
Άννα Καρένιν
– Επιτρέψατέ μου να σας παρουσιάσω προς αλλήλους, είπεν η πριγκήπισσα: Κωνσταντίνος Δμήτριτς Λεβίν, κόμης Αλέξιος Κυρίλλοβιτς Βρόνσκυ.
Ούτος ηγέρθη και έθλιψε την χείρα του Λεβίν παρατηρών αυτόν συμπαθώς εις τα μάτια.
– Έχομεν συμφάγει κατά τον χειμώνα τούτον, αν δεν με απατά η μνήμη, αλλά σεις ανεχωρήσατε αιφνιδίως διά την εξοχήν, είπε με το αφελές και ειλικρινές του μειδίαμα.
– Και μένετε πάντοτε εις τα κτήματά σας; ηρώτησεν ο Βρόνσκυ. Νομίζω ότι δεν θα είνε ευχάριστον κατά τον χειμώνα.
– Όταν κανείς είνε απησχολημένος, δεν στενοχωρείται, έστω και αν είνε μόνος, απήντησε ξηρώς ο Λεβίν.
Αν και ο Βρόνσκυ αντελήφθη τον τόνον με τον οποίον προεφέρθησαν οι λόγοι ούτοι, προσεποιήθη ότι δεν αντελήφθη.
– Αγαπώ την εξοχήν, είπεν.
Ο Λεβίν επωφελήθη της στιγμής καθ' ήν τον αφήκεν ο πρίγκηψ, διά να εξέλθη χωρίς να γείνη αντιληπτός. Η τελευταία εντύπωσις, την οποίαν απεκόμισεν εκ της εσπερίδος εκείνης, υπήρξεν η ευτυχής έκφρασις της φυσιογνωμίας της Κίττυ απαντώσης εις τον Βρόνσκυ, όστις την ηρώτα αν θα προσήρχετο εις τον χορόν.
* * *Ο Βρόνσκυ ουδέποτε είχε γνωρίσει τι εστί οικογενειακή ζωή. Η μήτηρ του, κατά την νεότητά της, είχεν υπάρξει γυνή πολύ κοσμική, λίαν θαυμαζομένη, και, κατά τε το διάστημα της συζυγικής της ζωής, κυρίως δε μετά τον θάνατον του συζύγου της, εγένετο ηρωίς πολλών μυθιστορημάτων γνωστών εις όλον τον κόσμον. Τον πατέρα του σχεδόν δεν τον ενεθυμείτο και είχεν ανατραφή εις την Σχολήν των Αυλικών ακολούθων. Νεώτατος δε εξελθών της σχολής και επιδεικτικώτατος αξιωματικός ήδη, απετέλεσε μέλος της στρατιωτικής αριστοκρατίας της Πετρουπόλεως.. Εν Μόσχα εγεύθη διά πρώτην φοράν του θελγήτρου να πλησιάση μίαν ωραίαν και αθώαν κόρην του κόσμου, ήτις ηράσθη αυτού. Δεν τω επήλθε δε η σκέψις ότι εν τη γνωριμία ταύτη, ηδύνατο να υπάρχη τι το μεμπτόν ως προς τας μετά της Κίττυ σχέσεις του. Εχόρευε κατά προτίμησιν μετ' αυτής, της ωμίλει περί κοινών πραγμάτων περί ων συνήθως συζητούν ασκόπως εν τω κόσμω, αλλ' ακουσίως, προσέδιδεν εις τας κοινοτυπίας αυτάς τόνον και ενδιαφέρον τοιούτον, ώστε ν' απευθύνεται προς αυτήν και μόνην.
Αν και ουδέποτε της είχεν είπει και μίαν έστω λέξιν που να μη δύναται να προφέρη ενώπιον όλου του κόσμου, παρετήρει εν τούτοις ότι κατά πάσαν παρερχομένην ημέραν υφίστατο εκείνη πλειότερον την επίδρασιν αυτού, τούθ' όπερ του ήτο το μάλλον ευχάριστον των πραγμάτων. Ησθάνετο εαυτόν ακατανικήτως ελκυόμενον προς αυτήν.
Ουδαμώς ηπατάτο ότι η προς την Κίττυ συμπεριφορά του ήτο αφελέστατα εκείνο που ονομάζεται δελεασμός μιας νεαράς κόρης άνευ προθέσεως γάμου, πράξις πολύ συχνή εις την χρυσήν νεότητα εις την οποίαν ανήκεν. Ενόμιζεν ότι αυτός πρώτος είχεν ανακαλύψει την θελξίθυμον ταύτην ηδονήν, και την απελάμβανε.
Περί γάμου ουδέποτε είχε σκεφθή, γάμου άλλως τε του οποίου δεν διέβλεπε το δυνατόν της τελέσεως. Όχι μόνον δεν ηγάπα την οικογενειακήν ζωήν, αλλά και διέβλεπεν εν τω γάμω και ιδίως εις τον ρόλον του συζύγου, σύμφωνα προς τας ιδέας του κόσμου των αγάμων εν τω οποίω έζη, κάτι το αντίθετον, κάτι το εχθρικόν προς την ευτυχίαν του και κάτι μάλιστα το γελοίον.
Το βράδυ εκείνο, εν τούτοις, εξερχόμενος του μεγάρου Τσερμπάτσκυ, ησθάνθη ότι οι πνευματικοί δεσμοί οι συνδέοντες αυτόν μετά της Κίττυ είχον συσφιγχθή μέχρι σημείου ώστε να έπρεπε να λάβη μίαν απόφασιν, αλλ' υπό ποίον πνεύμα, δεν διέβλεπεν ακόμη.
«Η γοητεία έγκειται ακριβώς εις το ότι ούτε μία λέξις δεν έχει προφερθή ούτε παρ' εμού ούτε παρ' αυτής· και εις ότι το αντιλαμβανόμεθα αλλήλους τόσον καλά διά της αποκρύφου αυτής συνδιαλέξεως των βλεμμάτων και των τόνων της φωνής· σήμερον μ' έκαμε να εννοήσω παρά ποτε σαφέστερον ότι με αγαπά. Και πόσον είνε γοητευτικόν αυτό, πόσον αφελές, πόσον πλήρες πεποιθήσεως! Αισθάνομαι ότι έχω καρδίαν και ότι κάτι το αγαθόν υπάρχει εντός μου».
Την επιούσαν, κατά την ενδεκάτην προμεσημβρινήν, ο Βρόνσκυ μετέβη εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν διά ν' αναμείνη την μητέρα του· το πρώτον δε πρόσωπον, το οποίον παρετήρησεν επί των βαθμίδων της μεγάλης κλίμακος υπήρξεν ο Ομπλόνσκυ προχωρών προς υποδοχήν της αδελφής του Άννας Καρένιν.
– Α! Η Εξοχότης σας! τω εφώναξεν ο Ομπλόνσκυ, ποίον ζητείς;
– Περιμένω την μητέρα μου, απήντησεν ο Βρόνσκυ. Έρχεται από την Πετρούπολιν.
Έθλιψαν αμοιβαίως την χείρα και ανήλθον ομού την κλίμακα.
– Πού επήγες χθες εξερχόμενος των Τσερμπάτσκυ, εγώ σε επερίμενα έως τας δύο το πρωί;
– Επέστρεψα εις το σπίτι μου.. Επέρασα νύκτα τόσον ευχάριστον, ώστε δεν ηθέλησα να υπάγω πλέον πουθενά.
– Γνωρίζω τα ορμητικά άλογα από τα χαρακτηριστικά των και τους νεαρούς ερωτευμένους από τα μάτια! επανέλαβεν ο Ομπλόνσκυ, όπως είχε κάμει την προτεραίαν προς τον Λεβίν.
Ο Βρόνσκυ εμειδίασε με τρόπον που δεν απετέλει άρνησιν, αλλ' έσπευσε να στρέψη αλλαχού τον λόγον.
– Και συ, ποίον ήλθες ν' αναμείνης εδώ;
– Εγώ, μια ωραία κυρία! είπεν ο Ομπλόνσκυ.
– Α! Α!
– «Κατηραμένος ο κακά βουλευόμενος», αναμένω την αδελφήν μου Άνναν.
– Α! α! την πριγκήπισσαν Καρένιν, είπεν ο Βρόνσκυ.
– Πρέπει να γνωρίζης τον Αλέξιον Αλεξάνδροβιτς Καρένιν, τον διάσημον γαμβρόν μου· όλος ο κόσμος τον γνωρίζει.
– Ναι, τον γνωρίζω εκ φήμης και διότι κάποτε τον είδα.. Γνωρίζω ότι είνε άνθρωπος πνευματωδέστατος, ένας σοφός ούτως ειπείν υπέργειος. Αλλά, ξεύρεις, δεν είνε του κόσμου μου.
– Ναι, είνε άνθρωπος διακεκριμένος, ολίγον τι συντηρητικός, αλλά θαυμάσιος άνθρωπος.
– Θα έλθη γρήγορα το τραίνον; ηρώτησεν ο Βρόσκυ κάποιον υπάλληλον.
– Εφάνη ήδη.
Πράγματι, επί της αποβάθρας προσέτρεξαν οι υπάλληλοι, και ο αριθμός των προσώπων άτινα προσήρχοντο να υποδεχθώσι τους φίλους των επληθύνθη επαισθητώς.
Διά μέσου της κρυσταλλωμένης ομίχλης διεκρίνοντο άνθρωποι εν στολή με κοντές γούνες και μπόττες από πίλημα, οίτινες διήρχοντο τας σιδηράς ράβδους. Μακράν δε, διηκούετο ο συριγμός της ατμομηχανής και διεκρίνετο το τροχοκύλισμα του τραίνου.
Πράγματι, εξ αποστάσεως, η ατμομηχανή εσφύριζε. Μετά τινας δε στιγμάς, το λιθόστρωτον του σταθμού συνεκλονίσθη και η μηχανή ασθμαίνουσα και αναπέμπουσα τον ατμόν ον το ψύχος επανέρριπτεν επί του εδάφους διήλθε με τον μοχλόν του μεσαίου τροχού ταλαντευόμενον διά κινήσεως ρυθμικής και βραδείας, καθ’ όν χρόνον ο μηχανικός, σκεπασμένος από παγοκρύσταλλα και με την κεφαλήν και τον λαιμόν σφικτοτυλιγμένα, εχαιρέτα τον σταθμάρχην.
– Η κόμησσα Βρόνσκυ ευρίσκεται εις αυτό το βαγόνι, τω είπεν αίφνης ο οδηγός πλησιάσας αυτόν.
Εις το βάθος της ψυχής του, δεν ησθάνετο σεβασμόν προς την μητέρα του, και, χωρίς αμφιβολίαν, ούτε την ηγάπα, αλλ' η ανατροφή ης είχε τύχει και αι τρέχουσαι ιδέαι του ιδιαιτέρου του κόσμου, δεν τω επέτρεπον να σκεφθή να της προσφέρεται διαφορετικά παρά με τας φαινομενικότητας βαθυτάτου σεβασμού και πληρεστάτης υποταγής. Η δε εξωτερική εκδήλωσις των αισθημάτων τούτων ήτο ισχυροτέρα από τον ενδόμυχον αποτροπιασμόν, ον ησθάνετο προς αυτά.
Ο Βρόνσκυ ηκολούθησε τον οδηγόν, ανήλθεν εις το τραίνον, και, καθ’ ήν στιγμήν επρόκειτο να εισέλθη εις το διαμέρισμα όπου ευρίσκετο η μήτηρ του, παρεμέρησε διά να διέλθη μία κυρία.
Με το τακτ του ανθρώπου του κόσμου ο Βρόνσκυ ανεγνώρισε με το πρώτον βλέμμα ότι η κυρία εκείνη ανήκεν εις τας ανωτάτας κοινωνικάς τάξεις. Εζήτησε συγγνώμην και ητοιμάζετο να εξακολουθήση τον δρόμον του, οπότε ησθάνθη ακαταμάχητον πόθον να στραφή διά να την ίδη άπαξ ακόμη, ουχί μόνον διότι η κυρία την οποίαν είχε συναντήσει ήτο ωραιοτάτη, ούτε και διότι είχεν ελκυσθή από την ευπρεπή κομψότητα και την χάριν την σεμνήν ην απέπνεεν ολόκληρος, αλλά διότι η έκφρασις της χαριτωμένης μορφής της, όταν επέρασεν απ' εμπρός του, είχε κάτι το ιδιαιτέρως θωπευτικόν και τρυφερόν.
Όταν υπεστράφη, και η κυρία έστρεψεν επίσης την κεφαλήν προς αυτόν και τα μάτια της προσηλώθησαν φιλίως επ' αυτού, ως να τον ανεγνώριζε, πάραυτα δε εστράφησαν προς το πλήθος κάποιον αναζητούντες εν αυτώ.
Ο Βρόνσκυ εισήλθεν εις το υποδειχθέν αυτώ βαγόνι. Η μήτηρ του, μία γηραιά γυνή ισχνή, με μάτια μαύρα, εμειδία ελαφρώς με τα λεπτά της χείλη.
Ανηγέρθη από το κάθισμά της, παρέδωκε μικρόν δερμάτινον σάκκον εις την θαλαμηπόλον της, έτεινε την μικράν και άσαρκον χείρα της προς τον νέον, είτα δε, ανυψώσασα την κεφαλήν, τον ησπάσθη επί των παρειών.
– Έλαβες το τηλεγράφημά μου; Είσαι καλά;.. Δόξα σοι ο Θεός!.
– Εκάματε καλό ταξείδι; είπεν ο νέος καθεσθείς παραπλεύρως αυτής.
Η κυρία ενώπιον της οποίας ο Βρόνσκυ είχεν παραμερίσει εισήλθεν και αύθις εις το διαμέρισμα.
– Λοιπόν! ευρήκατε τον αδελφόν σας; ηρώτησεν η κόμησσα Βρόνσκυ αποταθείσα προς την ωραίαν ταξειδιώτιδα.
Ο Βρόνσκυ ενεθυμήθη τότε ότι ήτο η Άννα Καρένιν.
– Ο αδελφός σας σάς περιμένει εδώ, είπεν εγερθείς. Με συγχωρείτε διότι δεν σας ανεγνώρισα, προσέθηκε χαιρετήσας.. Έχομεν, άλλως τε, τόσον σπανίας συναντήσεις, ώστε ασφαλώς δεν θα μ' ενθυμείσθε.
– Ω, όχι! είπεν εκείνη· εντούτοις, σας ανεγνώρισα, διότι νομίζω ότι, καθ' όλον το διάστημα του ταξειδίου, η μήτηρ σας και εγώ μόνον περί υμών ωμιλούσαμεν.
Και επέτρεψε να φωτισθή από έν μειδίαμα η συγκρατουμένη ορμητικότης της.
– Και ο αδελφός μου δεν έρχεται λοιπόν; εξηκολούθησεν.
Ο Βρόνσκυ κατήλθεν επί του λιθοστρότου και εφώναξεν:
– Ομπλόνσκυ, εδώ!.
Αλλ' η Άννα Καρένιν δεν ανέμεινε, και, διακρίνασα τον πρίγκηπα, εξήλθε του οχήματρς με βήμα σταθερόν και ελαφρόν.
Μόλις δε ο πρίγκηψ την επλησίασεν η νεαρά γυνή επέρασε τον αριστερόν της βραχίονα περί τον τράχηλόν του, τον προσείλκυσε ζωηρώς προς εαυτήν και τον εφίλησεν ηχηρώς. Η χάρις και η ορμητικότης της χειρονομίας εκείνης συνεκίνησαν τον Βρόνσκυ· δεν την άφινε πλέον από τα μάτια του και εμειδία χωρίς να γνωρίζη διατί.
Αναλογισθείς όμως ότι η μήτηρ του τον ανέμενεν ανήλθε και πάλιν εις το τραίνον.
Είνε ωραιωτάτη, δεν είν' έτσι; ηρώτησεν η κόμησσα. Ο σύζυγός της μου την ενεπιστεύθη και ευχαριστήθην πολύ από την συντροφιάν της. Ωμιλούσαμεν καθ' όλον το διάστημα.. Λοιπόν! και συ; Λέγουν ότι οι έρωτές σου πηγαίνουν θαυμάσια, ε;
– Δεν γνωρίζω, μαμά, τι θέλετε να υπαινιχθήτε, είπεν ο υιός ψυχρώς.
– Η Άννα Καρένιν ανήλθεν αύθις εις το βαγόνι διά ν' αποχαιρετήση την κόμησσαν.
– Λοιπόν! κόμησσα, ευρήκατε τον υιόν σας και εγώ τον αδελφόν μου, είπε φαιδρώς. Εξήντλησα, άλλως τε, ολόκληρον το απόθεμα των διηγήσεών μου και δεν μου μένει πλέον καμμία.
– Θα ειμπορούσα να κάμω μαζί σας τον γύρον του κόσμου χωρίς να στενοχωρηθώ, είπεν η κόμησσα λαβούσα την χείρα της Άννας Καρένιν. Είσθε από τας χαριτωμένος εκείνας γυναίκας που γοητεύεται κανείς τόσον να βλέπη όσον και ν' ακούη.
– Καλήν αντάμωσιν, κόμησσα, σας ευχαριστώ διά την καλήν σας συντροφιά, η ημέρα παρήλθε γρηγορώτατα.
– Χαίρετε, αγαπητή φίλη.. Επιτρέψατε μου να φιλήσω την χαριτωμένην μορφήν σας.
Έκυψεν ελαφρώς και έτεινεν την παρειάν της εις τα χείλη της κομήσσης, είτα δε ηνωρθώθη και έτεινε την χείρα προς τον Βρόνσκυ.
Έθλιψεν ούτος την μικράν χείρα και εμαγεύθη διότι η Άννα Καρένιν απεκρίθη διά μικράς και αφελούς αντιθλίψεως.
– Είνε αληθινά χαριτωμένη, είπεν η κόμησσα.
Ο Βρόνσκυ την παρηκολούθησε διά των οφθαλμών έως ού η γόησσα σιλουέττα της εξηφανίσθη. Την είδε, διά της θυρίδος, να πλησιάζη τον Ομπλόνσκυ, να περνά το χέρι της από τον βραχίονά του και ν' αρχίζη μαζί του συνομιλίαν, εν τη οποία, προφανώς, δεν εγένετο λόγος περί των νέων της γνωριμιών.
Ο Βρόνσκυ διέκρινε κάποιο πείσμα.
– Ειμπορούμε να εξέλθωμεν, μαμά, το πλήθος διελύθη.
Εξελθόντες του βαγονίου, συνήντησαν πολλά πρόσωπα, τα οποία διήρχοντο τρέχοντα και με τας μορφάς τεταραγμένας.
Και ο σταθμάρχης επίσης ευρίσκετο εις κίνησιν με την όψιν συνεσπασμένην.
Πού;.. Προς ποίον μέρος;.. Κατεπλακώθη;. ,. ηρώτων οι διαβάται.
Ο Ομπλόνσκυ, με την αδελφήν του στηριζομένην εις τον βραχίονά του, επέστρεψε και αυτός εις το τραίνον λίαν συγκεκινημένος.
Αι δύο κυρίαι ανήλθον και πάλιν εις το βαγόνι, εν ώ οι δύο άνδρες ανεμιγνύοντο με το πλήθος διά να μάθουν τας λεπτομερείας του δυστυχήματος.
Κάποιος οδοφύλαξ, είτε διότι ήτο μεθυσμένος, είτε υπερβολικά διπλωμένος εντός των ενδυμάτων του λόγω του παγετού, δεν είχεν ακούσει ερχόμενον το τραίνον.
Ο Ομπλόνσκυ και ο Βρόνσκυ είδον το πτώμα παραμορφωμένον. Ο πρώτος συνεκινήθη καταφώρως εκ του θεάματος αυτού και εφαίνετο έτοιμος ν' αναλυθή εις δάκρυα. Αλλά προ της επιστροφής των, αι δύο κυρίαι είχον πληροφορηθή τα διατρέξαντα.
– Α! είναι τρομερόν, αν εγνώριζες, Άννα, τι είδα! είπεν ο Ομπλόνσκυ.
– Ο Βρόνσκυ εσιώπα· η ωραία του μορφή ήτο σοβαρά, αλλ' ήρεμος.
– Αχ! κόμησσα, έξηκολούθησεν ο Ομπλόνσκυ, αν τον εβλέπατε!.. Η γυναίκα του ήτο εκεί.. Ερρίφθη επί του σώματός του.. Λέγουν δε ότι ήτο ο μόνος προστάτης της οικογενείας.
– Δεν θα ειμπορούσεν άρα γε να γείνη τίποτε δι' αυτήν; ηρώτησεν εν συγκινήσει η Άννα Καρένιν.
Ο Βρόνσκυ την ητένισε και κατήλθεν αμέσως του βαγονίου.
– Επιστρέφω αμέσως, μαμά, είπεν από του αντιθέτου μέρους της θυρίδος.
Όταν δ' επανεφάνη, μετά πάροδον ολίγων στιγμών, ανεχώρησαν.
Κατά την έξοδον εκ του σταθμού, ενώ ο Βρόνσκυ εβάδιζεν εμπρός μετά της μητρός του, της Άννας Καρένιν και του Ομπλόνσκυ ερχομένων όπισθεν, ο σταθμάρχης προσέδραμε.
Παρεδώκατε εις τον υποδιευθυντήν, είπε, διακόσια ρούβλια· ευαρεστήσθε να μου ειπήτε διά ποίον ακριβώς τα προορίζετε;
– Διά την χήραν, είπεν, ο Βρόνσκυ υψώσας τους ώμους, δεν την εννοώ αυτήν την ερώτησιν!
– Εδώκατε χρήματα διά την χήραν; εφώνησεν ο Ομπλόνσκυ.
– Αληθινά, τι λαμπρός νέος!,. εξηκολούθησε πιέσας το βραχίονα της αδελφής του υπό τον αγκώνα του.
Η Άννα Καρένιν επέβη αμάξης και ο Ομπλόνσκυ παρετήρησε μετ' εκπλήξεως ότι τα χείλη της νεαράς γυναικός έτρεμον και ότι μετά βίας συνεκράτει τα δάκρυά της.
– Άννα τι έχεις; ηρώτησε μετά μίαν στιγμήν.
– Το επεισόδιον αυτό είνε κακός οιωνός, είπεν εκείνη.
– Τι παιδιαρισμός! υπέλαβεν ο Ομπλόνσκυ. Το ουσιώδες δι' εμέ είναι να σ' έχω πλησίον μου!.. Αναθέτω εις σε όλας μου τας ελπίδας!
– Γνωρίζεις προ πολλού τον Βρόνσκυ; ηρώτησεν εκείνη.
– Ναι, προ πολλού.. άλλως τε, ξεύρεις, ελπίζομεν ότι θα νυμφευθή την Κίττυ.
– Α! αλήθεια! είπεν εκείνη διά φωνής βραδείας. , Λοιπόν!.. ας ομιλήσωμεν περί σου.
Ετίναξε την κεφαλήν ως διά ν' αποδιώξη κάποιαν οχληράν σκέψιν, η οποία την εστενοχώρει.
– Ναι, ας ομιλήσωμεν περί σου! Έλαβον την επιστολήν σου και ιδού εγώ.
– Μάλιστα, όλαι μου αι ελπίδες εις σε στηρίζονται, επανέλαβεν ο Ομπλόνσκυ.
– Εν τοιαύτη περιπτώσει, διηγήσου τα μου όλα.
Και ο Ομπλόνσκυ εξωμολογήθη τας μυστικάς του θλίψεις.
Όταν η άμαξα εσταμάτησεν ενώπιον του μεγάρου του πρίγκηπος, εβοήθησεν ούτος την αδελφήν του να κατέλθη της έθλιψε την χείρα και απεσύρθη διά να μεταβή εις το Υπουργείον.
Όταν η Άννα εισήλθεν εις την οικίαν, η Δόλλυ εκάθητο εις το μικρόν σαλόνι και εδίδασκε γαλλικήν ανάγνωσιν εις το μικρόν της αγοράκι.
Η Δόλλυ εστράφη εις τον θορυβώδη θρουν του ενδύματος και εις τον κρότον των ελαφρών της βημάτων καθ' ήν στιγμήν η Άννα διεσκέλιζε την θύραν, και η μαρασμώδης μορφή της εξέφρασεν ακουσίως όχι χαράν, αλλ' έκπληξιν.
Ηγέρθη και ησπάσθη την ανδραδέλφην της.
– Πώς, ήλθες τόσον γρήγορα; είπε.
– Πόσον είμαι ευτυχής που σε βλέπω, Δόλλυ!
– Και εγώ επίσης, είμαι πολύ ευχαριστημένη.
Εμειδία ασθενώς και ηγωνίζετο ν' αναγνώση επί της μορφής της Άννας, αν η ανδραδέλφη της εγνώριζεν ήδη τα πάντα.
– Αναμφιβόλως, τα γνωρίζει όλα, διελογίσθη, διακρίνασα έκφρασιν συμπαθείας και θλίψεως εις τα βλέμματά της.
Αφού έκαμον μακράν επίσκεψιν εις τα παιδιά, αι δύο γυναίκες επέστρεψαν μόναι εις το σαλόνι διά να πάρουν ένα καφέ.
Η Άννα υπέγειρε το κύπελλόν της, μεθ' ό το αφήκεν αμέσως και πάλιν.
– Δόλλυ, εψιθύρισε, μου τα είπεν όλα.
Η Δόλλυ την ητένισε ψυχρώς. Επερίμενε φράσεις συμπαθείας, αναλόγους προς την περίστασιν, αλλ' η Άννα δεν επρόφερε τοιαύτας.
– Δόλλυ αγαπητή, είπεν αυτή, δεν προτίθεμαι να σου ομιλήσω υπέρ αυτού ούτε να σε παρηγορήσω. Αλλά, καλή μου αγάπη, σε λυπούμαι, σε λυπούμαι με όλη μου τη ψυχή!
Και μέσα εις τα λάμποντα μάτια της, υπό τας πυκνάς βλεφαρίδας ανέβλυσαν αίφνης δάκρυα. Επλησίασε την νύμφην της και επήρε τα δάκτυλά της μέσα εις τα μικρά της αποφασιστικά χέρια.
Η Δόλλυ δεν τα απέσυρε, αλλά η μορφή της παρέμεινεν ανεπιρέαστος.
– Δεν υπάρχει παρηγορία δι' εμέ, είπε. Εχάθη το παν!
Αλλά μόλις επρόφερε τας λέξεις ταύτας η έκφρασις της μορφής της κατέστη γλυκυτέρα.
Η Άννα έφερε την ξηράν και άσαρκον χείρα της Δόλλυ εις τα χείλη της και την ησπάσθη.
– Αλλά Δόλλυ, είπε, τι να γείνη, τι να γείνη; Πώς καλλίτερον να ενεργήση κανείς εις την φοβεράν αυτήν περίστασιν;
– Εχάθη το παν, αύτη είνε η αλήθεια! είπεν η Δόλλυ.
Η Δόλλυ εσιώπησε, και επηκολούθησε δυο στιγμών σιγή.
– Τι να κάμω, Άννα; Σκέψου και βοήθησε με· εγώ, τα εσκέφθην όλα και δεν ευρίσκω διέξοδον.
Η Άννα δεν ηδυνήθη να εφεύρη τίποτε, αλλ' η καρδιά της εδονείτο εις κάθε λέξιν, εις κάθε πόνον της νύμφης της.
– Περίμενε.. Σε βεβαιώ ότι όταν μου διηγήθη όσα συνέβησαν, δεν είχον ακόμη εννοήσει όλον το φρικώδες της καταστάσεως. Έβλεπα μόνον αυτόν και την αναστάτωσιν την επελθούσαν εις την οικογένειάν του· ησθάνθην οίκτον προς αυτόν, αλλά τώρα, αφού ωμίλησα μαζί σου, την γυναίκα του, βλέπω διαφορετικά τα πράγματα· διαβλέπω τα μαρτύριά σου και δεν δύναμαι να εκφράσω όλην την συμπάθειαν, την οποίαν αισθάνομαι προς σε, Δόλλυ αγαπημένη μου, συναισθάνομαι τελείως την θέσιν σου, αλλά θα επεθύμουν να μάθω ένα πράγμα.. θα επεθύμουν να μάθω πόσος ακόμη έρως υπολείπεται προς αυτόν εντός της καρδίας σου;.. Συ μόνη γνωρίζεις αν είναι αρκετός ώστε να δύνασαι να συγχωρήσης!.. Αν είναι αρκετός, συγχώρησον!. ,
– Όχι ,. , είπεν η Δόλλυ.
Η Άννα την διέκοψεν ασπασθείσα πάλιν την χείρα της.
– Γνωρίζω τον κόσμον καλλίτερα από σε, είπε. Γνωρίζω πώς οι άνθρωποι ωσάν τον Στίβα εκτιμώσι τα ζητήματα ταύτα. Λέγεις ότι ωμίλει μετ' εκείνης περί σου;.. Όχι, όχι, δεν το έκαμεν αυτό· οι τοιούτοι άνδρες διαπράττουν απιστίας, αλλ' η οικογενειακή εστία και η σύζυγος παραμένουν δι' αυτούς αντικείμενα ιερά. Προς τας τρίτας αυτάς γυναίκας μικράν αισθάνονται εκτίμησιν και τούτο ουδαμώς επιρεάζει τας προς την οικογένειαν σχέσεις των. Γνωρίζουν να χαράττουν γραμμήν διακρίσεως αδιαπέραστον μεταξύ της οικογενείας και της.. Εγώ, δεν τας εννοώ αυτάς τας διακρίσεις, αλλά το γεγονός είναι αυτό.
– Αλλά, την έκαμεν ιδικήν του.
– Άφες με να ομιλήσω, αγαπητή Δόλλυ. Είδα τον Στίβα όταν ήτο ερωτευμένος μαζί σου. Ενθυμούμαι την εποχήν καθ' ήν ήρχετο να μ' ευρίσκη και έκλαιεν ομιλών περί σου, και γνωρίζω ότι καθ' όσον παρετείνετο η μετά σου ζωή του, κατά τοσούτον ανήρχεσο εις την εκτίμησίν του. Τον ειρωνευόμεθα δε διότι εις πάσαν ευκαιρίαν επανελάμβανεν: «Η Δόλλυ είναι εξαιρετική γυναίκα». Υπήρξες δι' αυτόν θεότης και παρέμεινες τοιαύτη, η δε παρεκτροπή του αυτή δεν έχει ρίζας εντός της ψυχής του.
– Αλλά, αν το πράγμα επανελαμβάνετο;
– Δεν δύναται να επαναληφθή κατά την γνώμην μου.
– Μάλιστα.. Αλλά συ, θα συνεχώρεις;
– Ναι, θα συνεχώρουν.. Δεν θα έμενα βέβαια η ιδία, αλλά θα συνεχώρουν.. θα συνεχώρουν ως να μη είχε συμβή τίποτε, απολύτως τίποτε.
– Βεβαίως, διέκοψε ζωηρώς η Δόλλυ, ως να επανελάμβανε κάτι το οποίον πολλάκις είχε σκεφθή… διαφορετικά το τοιούτον δεν θα απετέλει πλέον συγγνώμην. Όταν κανείς συγχωρήση, πρέπει να το πράττη άνευ υστεροβουλίας. Έλα, θα σε οδηγήσω εις το δωμάτιόν σου, προσέθηκεν εγερθείσα.
Εξελθούσα, δε, περιέβαλε την Άνναν εις τους βραχίονάς της.
– Πόσον είμαι ευχαριστημένη, αγάπη μου, διότι ήλθες· αισθάνομαι εμαυτήν καλλίτερα, πολύ-πολύ καλλίτερα!
***Καθ' όλην την ημέραν η Άννα Καρένιν δεν εδέχθη κανένα και εκράτησε συντροφιά της Δόλλυ και των τέκνων της. Απέστειλε μόνον σημείωσιν προς τον αδελφόν της διά να τον ειδοποιήση να έλθη να συμφάγουν εις το σπίτι.
«Έλα, ο Θεός είναι εύσπλαγχνος!» του έγραψεν.
Ο Ομπλόνσκυ επέστρεψεν εις την οικίαν του διά να φάγη, η δε συνομιλία υπήρξε γενική· ο Ομπλόνσκυ προέβλεπε το δυνατόν της εκ μέρους του εξηγήσεως και ανασυμφιλιώσεως.
Μετά το φαγητόν, η Κίττυ προσήλθε να ίδη την αδελφήν της. Ολίγον εγνώριζε την Άνναν Καρένιν και διηρωτάτο κάπως περιδεής πώς άρα θα την εδέχετο η μεγάλη εκείνη κυρία της Πετρουπόλεως, την οποίαν όλος ο κόσμος ενεκωμίαζε! Παρετήρησε δε αμέσως ότι είχε κάμει καλήν εντύπωσιν. Η Άννα εθαύμαζε την καλλονήν και την νεότητά της και ήδη η Κίττυ ου μόνον υφίστατο την επήρειαν αυτής, αλλά και την ηγάπα σφόδρα, όπως συμβαίνει εις τας νεάνιδας της ηλικίας της εν σχέσει προς τας υπάνδρους νεαράς γυναίκας.
Η Άννα, λόγω της ζωηρότητος και του φυσικωτάτου των κινήσεών της, λόγω της δροσερότητος και πλήρους μορφής της, θα ωμοίαζε μάλλον προς νεαράν εικοσαέτιδα κόρην παρά προς γυναίκα του κόσμου, μητέρα οκταετούς παιδίου, αν δεν υπήρχεν η σοβαρά, και ενίοτε περίλυπος έκφρασις των οφθαλμών της.
Η Κίττυ συνεκινήθη και ειλκύσθη από την σκιάν εκείνην της μελαγχολίας. Μετά το φαγητόν, η Δόλλυ εισήλθεν εις τον θάλαμόν της.. Η Άννα επλησίασε ζωηρώς τον αδελφόν της, όστις ήναπτεν ένα σιγάρο.
– Στίβα, είπεν υποδείξασα εις αυτόν την θύραν διά πλαγίου νεύματος των οφθαλμών. Πήγαινε, και ο Θεός ας σε βοηθήση!
Εννόησεν, απέρριψε το σιγάρο του και εξήλθε του δωματίου.
Η Άννα επέστρεψεν εις το διβάνι, όπου εκάθησε περικυκλωθείσα από όλα τα παιδιά.
– Και πότε θα δοθή αυτός ο χορός; ηρώτησεν η Άννα την Κίττυ.
– Την επομένην εβδομάδα.. Θα είναι ένας από τους χωρούς, εις τους οποίους διασκεδάζει κανείς πάντοτε πολύ.
– Υπάρχουν λοιπόν τοιούτοι χοροί; ηρώτησεν η Άννα μετ' ελαφράς ειρωνείας.
– Αλλόκοτον, αλλ' έτσι είνε, είπεν η Κίττυ, υπάρχουν χοροί εις τους οποίους διασκεδάζει κανείς διαρκώς και άλλοι όπου στενοχωρείται κανείς. Δεν το έχετε παρατηρήσει;
– Όχι, αγαπητή μου, δι' εμέ δεν υπάρχουν πλέον χοροί διασκεδαστικοί.
Η Κίττυ διέκρινεν εκκολαπτόμενον εντός των οφθαλμών της νεαράς γυναικός τον ειδικόν εκείνον κόσμον, όστις ήτο κλειστός δι' αυτήν.
– Θα έλθετε εις τον χορόν! ηρώτησεν η Κίττυ.
– Νομίζω ότι δεν θα δυνηθώ να το αποφύγω.
– Θα ήμην ευχαριστημένη αν είρχεσθε! Θα ησθανόμην άκραν χαράν να σας ίδω εκεί!
– Γνωρίζω γιατί επιθυμείτε να με ίδητε εις αυτόν τον χορόν! Περιμένετε απ' αυτόν πολλά και επιθυμείτε όπως πάντες συμμερισθώσι την χαράν σας.
– Πώς το γνωρίζετε; είνε αλήθεια!
– Κάτι γνωρίζω.. μου αρέσει πολύ.. , συνήντησα τον κύριον Βρόνσκυ εις τον σταθμόν.
– Α; ήτο εκεί; ηρώτησεν η Κίττυ ερυθριάσασα· και τι σας είπεν ο Στίβα;
– Μου απεκάλυψεν όλα τα μυστικά. Ηυχαριστήθην εκ τούτου τα μέγιστα. Συνεταξείδευσα μετά της μητρός του κ. Βρόνσκυ. Ωμίλει μόνον δι' αυτόν, καθ' όλον το διάστημα. Είνε ο αγαπημένος της. Γνωρίζω τας προτιμήσεις των μητέρων, αλλά.
– Τι σας είπε περί αυτού;
– Α! πολλά πράγματα.. ασφαλώς, είνε ο ευνοούμενός της.
Αλλ' είνε φανερόν ότι είνε αληθώς ευγενής καρδία. ,. Ούτω, μοι διηγήθη ότι προυτίθετο να εκχωρήση ολόκληρον την περιουσίαν του εις τον αδελφόν του, και ότι ήδη, από της παιδικής του ηλικίας, είχε εκτελέσει πράξεις ασυνήθεις, είχε σώσει κάποτε μίαν γυναίκα πνιγομένην.. Εν ενί λόγω, είνε ήρως!
Εμειδίασε δε αναλογισθείσα τα διακόσια ρούβλια, τα οποία είχε δώσει εις την γυναίκα του υπό του τραίνου καταπλακωθέντος ανθρώπου. Δεν το ανέφερεν όμως αυτό. Χωρίς να γνωρίζη διατί, της ήτο οδυνηρά η ανάμνησις της πράξεως ταύτης, ησθάνετο ότι ενυπήρχεν εις αυτήν κάτι το οποίον την έθιγε και δι' ό εμέμφετο εαυτήν και το οποίον δεν έπρεπε να συμβή.
– Ο Στίβα μένει επί πολύ πλησίον της Δόλλυ ευτυχώς! προσέθηκε διά ν' αλλάξη θέμα ομιλίας.
Ηγέρθη δε, δυσηρεστημένη κάπως, όπως εφάνη εις την Κίττυ.
– Όχι, εγώ πρώτος! Όχι, εγώ! εφώναζαν τα παιδιά επανερχόμενα εις συνάντησιν της θείας των Άννας.
– Όλα μαζί! είπεν εκείνη.
Έδραμε γελώσα εις συνάντησίν των, τα ενηγκαλίσθη και εκυλίσθη κατά γης μετά της φάλαγγος εκείνης των κατεργαρέων που εχοροπηδούσε και ανεκραύγαζεν εκ χαράς.
Όταν παρετέθη το τσάι, η Δόλλυ επέστρεψεν εις την αίθουσαν μετά του συζύγου της.
– Συνεφιλιώθησαν τελείως! εσκέφθη η Άννα.
Ευτυχής δε διότη αυτή ήτο η αιτία, επλησίασε την Δόλλυ και την ησπάσθη.
Καθ' όλην την εσπέραν η Δόλλυ, κατά την συνήθειά της ειρωνεύετο ελαφρώς τον σύζυγόν της, αλλ' εκείνος εδείκνυτο φιλοπαίγμων, αλλά μετρίως φαιδρός, διά να μη αφήση να υποτεθή, ότι, συγχωρηθείς, είχε χάσει την συναίσθησιν του σφάλματός του.
Κατά την δεκάτην και ημίσειαν εσπερινήν η συνομιλία περί την οικογενειακήν τράπεζαν, πέριξ του σαβομάρ, διεκόπη υπό επεισοδίου συνήθους το καθ' εαυτό, το οποίον εν τούτοις έκαμεν εις όλους εντύπωσιν. Καθώς ωμίλουν περί κοινών φίλων εν Πετρουπόλει, η Άννα ηγέρθη εσπευμένως και είπεν:
– Έχω τας εικόνας των εις το λεύκωμά μου. Ταυτοχρόνως δε θα σας δείξω και τον μικρόν μου Σέργιον, προσέθηκε με μειδίαμα μητρικής υπερηφανείας.
Περί την δεκάτην ώραν, καθ' ήν στιγμήν ο υιός της συνήθιζε να έρχεται να την εναγκαλίζεται προτού μεταβή να κοιμηθή ησθάνετο εαυτήν τεθλιμένην, διότι ευρίσκετο τόσον μακράν από το παιδί της.. Ησθάνετο την ανάγκην να ίδη την εικόνα του και να ομιλήση περί αυτού. Εδράξατο λοιπόν αυτού του προσχήματος και μετέβη να πάρη το λεύκωμα με το αποφασιστικόν και ελαφρόν της βάδισμα.