
Άννα Καρένιν
Η κλίμαξ ήτις έφερεν εις το δωμάτιόν της κατέληγεν εις το διάζωμα της μεγάλης κλίμακος της εισόδου.
Όταν εξήλθε του σαλονιού, κωδωνισμός ηκούσθη εις τον αντιθάλαμον.
– Τι να είνε; ηρώτησεν η Δόλλυ.
– Πολύ γρήγορα διά να έλθουν να με ζητήσουν, είπεν η Κίττυ, και πολύ αργά δι' επίσκεψιν.
– Θα είνε ασφαλώς ταχυδρόμος με επίσημα έγγραφα, είπεν ο Ομπλόνσκυ.
Αλλ' ήδη ο θαλαμηπόλος ανήρχετο διά ν' αναγγείλη, τον επισκέπτην, και η Άννα παρατηρήσασα υπεράνω του κιγκλιδώματος ανεγνώρισε τον Βρόνσκυ.
Αλλόκοτον συναίσθημα ευχαριστήσεως και φόβου ηνάγκασεν εις παλμούς την καρδίαν της. Ο Βρόνσκυ ίστατο όρθιος υπό τον λαμπτήρα, φέρων μανδύαν και κάτι αναζητών εντός του θυλακίου του. Καθ’ ήν δε στιγμήν η Άννα Καρένιν έφθανεν εις το μέσον της κλίμακος, ύψωσε τους οφθαλμούς, την διέκρινε, και η έκφρασις της μορφής του εξεδήλωσε ταραχήν και διστακτικότητα.
Εκείνη έκλινεν ελαφρώς την κεφαλήν και εξηκολούθησε τον δρόμον της, αλλ' ήκουσεν αμέσως την ηχηράν φωνήν του Ομπλόνσκυ καλούντος τον φίλον του να αναβή, και την εύηχον και ήρεμον απάντησιν του τελευταίου τούτου αρνουμένου.
Όταν η Άννα επέστρεψε μετά του λευκώματος, ο Βρόνσκυ είχεν ήδη απέλθει και ο Ομπλόνσκυ διηγείτο ότι είχεν έλθει διά να τον ερωτήση περί τινος δείπνου, το οποίον παρέθετον την επιούσαν εις κάποιαν διερχομένην εκείθεν επίσημον προσωπικότητα.
– Και, με όσα και αν του είπα, δεν ηθέλησε να αναβή. Είχε το ύφος πολύ παράδοξον απόψε.
Η Κίττυ ηρυθρίασεν. Είχε πεποίθησιν ότι αυτή μόνη εγνώριζε διατί είχεν έλθει και διατί δεν ανήλθεν.
«Επέρασεν από το σπίτι μας, δεν μ' ευρήκε και εσκέφθη ότι θα ήμην εδώ· δεν εισήλθε δε, διότι εσκέφθη ότι ήτο πάρα πολύ αργά, και, επίσης, διότι ήτο εδώ η Άννα».
Πάντες ητένισαν αλλήλους χωρίς να προσφέρουν λέξιν και ήρχισαν να φυλλομετρούν το προσκομισθέν υπό της Άννας Καρένιν λεύκωμα.
Αναμφιβόλως δεν υπήρχε τίποτε το αλλόκοτον ή το ανάρμοστον εις το ότι ένας φίλος έρχεται να ζητήση από τον Ομπλόνσκυ, κατά την δεκάτην εσπερινήν ώραν, πληροφορίας επί προσυμπεφωνημένου συμποσίου και αρνείται να εισέλθη εις το σαλόνι. Όλοι εν τούτοις εξέλαβον ως αλλόκοτον το επεισόδιον τούτο, και η Άννα, πλειότερον των άλλων, έκρινεν αυτό ως περίεργον και δυσοίωνον.
* * *Όταν η Κίττυ, συνοδευομένη υπό της μητρός της, ανήλθε την λαμπρώς φωταγωγημένην κλίμακα, την διάκοσμον από φυτά, μεταξύ δύο στίχων πουδραρισμένων λακέδων, ο χορός μόλις είχεν αρχίσει.
Η Κίττυ μόλις είχε κάμει ολίγα βήματα εντός της αιθούσης, και αμέσως εκλήθη διά το βαλς παρά του διαπρεπεστέρου των χορευτών, του περιφήμου διευθυντού του κοτιγιόν, του ωραίου Κορσούνσκυ, ανδρός νυμφευμένου.
– Εκάματε καλά που ήλθατε ενωρίς, της είπεν ο Κορσούνσκυ, περών τον βραχίονά του περί τον κορμόν της χορευτρίας του, κακή συνήθεια το να έρχεται κανείς αργά.
Εκείνη εστήριξε την αριστεράν χείρα επί του ώμου του καβαλιέρου της, και οι μικροί της πόδες με τα ροδόχροα σανδάλια διωλίσθησαν ελαφρώς και μετ' άκρας προς τον ρυθμόν της μουσικής ακριβείας, επί του λείου παρκέτου.
– Αναπαύομαι βαλσάρων μαζί σας, τι ελαφρότης, τι ακρίβεια! είπεν εκείνος επαναλαμβάνων το φιλοφρόνημα, το οποίον απηύθυνε προς όλας τας χορευτρίας του.
Η Κίττυ εμειδίασε και εξηκολούθησεν ερευνώσα την αίθουσαν υπέρ τον ώμον του συγχορευτού της. Δεν ήτο νεοφώτιστος εις τον χορόν, διά την οποίαν όλα τα πρόσωπα συγχέονται εις εντύπωσιν φαντασμαγορικήν· αλλ' ούτε ήτο από τας εκφύλους εκείνας που σύρονται κάθε βράδυ εις τους χορούς, και αι οποίαι είνε ήδη χορτασμέναι από όλας εκείνας τας γνωρίμους κεφαλάς· η Κίττυ απήλαυεν απλήστως, αλλ' ήτο συνάμα κυρία εαυτής ώστε να δύναται να παρατηρή.
Εις την αριστεράν γωνίαν της αιθούσης, διέκρινε την αριστοκρατίαν της κοινωνίας συγκεντρωμένην κατά μέρος. Εκεί ευρίσκετο η ωραία Λυδία, η σύζυγος του Κορσούνσκυ, καθ' υπερβολήν έξωμος, εκεί και η οικοδέσποινα, και ο Κριβίν με την απαστράπτουσαν φαλάκραν του. Εις τον αυτόν επίσης όμιλον διέκρινε τον Στίβα και, αμέσως κατόπιν, την θελκτικήν σκιαγραφίαν και το ωραίον προφίλ της Άννας Καρένιν… και εκείνος δε εκεί ευρίσκετο.
Η Κίττυ δεν τον είχεν επανίδει από της εσπέρας κατά την οποίαν είχεν αποκρούσει την χείρα του Λεβίν. Τον ανεγνώρισαν δε αμέσως τα οξυδερκή της όμματα· και παρετήρησε μάλιστα ότι και εκείνος την εκύτταζε.
– Ένα τουρ ακόμη; Δεν είσθε κουρασμένη, ηρώτησεν ο Κορσούνσκυ ελαφρώς ασθμαίνων.
– Όχι, ευχαριστώ.
– Πού πρέπει να σας οδηγήσω;
– Η κυρία Καρένιν είνε εδώ, προς αυτήν οδηγήσατέ με.
– Εις τας διαταγάς σας, δεσποινίς.
Ο Κορσούνσκυ εξηκολούθησε το βαλς χαλαρώσας το βήμα, και, διευθυνθείς κατ' ευθείαν προς την αριστεράν γωνίαν της αιθούσης, έτεινε την χείρα προς την Κίττυ ίνα την οδηγήση πλησίον της Άννας Καρένιν.
– Εισέρχεσθε εις τον χορόν χορεύουσα; είπεν αύτη προς την Κίττυ.
– Η πριγκήπισσα Κίττυ είναι μία των πιστοτέρων μου συνεργατίδων, είπεν ο Κορσούνσκυ υποκλιθείς ενώπιον της Άννας Καρένιν, ην δεν είχεν ακόμη χαιρετήσει.
Είτα δε, υποκλιθείς έτι βαθύτερον, της επρότεινεν ένα βαλς.
– Γνωρίζεσθε; είπεν η οικοδέσποινα.
– Και ποίος δεν μας γνωρίζει, την σύζυγόν μου και εμέ; ηρώτησεν ο Κορσούνσκυ, μας γνωρίζουν όπως τους άσπρους λύκους.
– Θα με τιμήσετε με ένα βαλς, κυρία;
– Οσάκις μου επιτρέπεται ν' αποφύγω τον χωρόν, τον αποφεύγω, είπεν η Άννα.
– Σήμερον ο χορός είνε υποχρεωτικός, απήντησεν ο Κορσούνσκυ.
Την στιγμήν εκείνην ο Βρόνσκυ επλησίασε τον όμιλον.
– Αφού είναι υποχρεωτικός, ας κάμωμεν ένα τουρ, είπεν η Άννα.
Δεν εφάνη αντιληφθείσα τον χαιρετισμόν του Βρόνσκυ, και εστήριξε ζωηρώς την χείρα επί του ώμου του Κορσούνσκυ.
– Τι σημαίνει αυτό; διελογίσθη η Κίττυ παρατηρήσασα ότι η Άννα είχεν υποκριθή ότι δεν είδε τον Βρόκσκυ.
Ο Βρόνσκυ επλησίασε την Κίττυ, της υπενθύμισεν ότι κρατεί την πρώτην καντρίλλια και εξέφρασε την λύπην του διότι δεν την είδεν επί τόσον καιρόν.
Η Κίττυ τον ήκουεν, αποθαυμάζουσα συγχρόνως την χορεύουσαν Άνναν. Ανέμενε να της προτείνη ο Βρόνσκυ ένα τουρ εις το βαλς, και τον εκύτταζε μετ' εκπλήξεως. Εκείνος ηρυθρίασε και την προσεκάλεσεν αμέσως.
Ο Βρόνσκυ έκαμε μετά της Κίττυ πολλά τουρ. Μεθ' ό η Κίττυ επανήλθε πλησίον της μητρός της, αλλά μόλις είχεν ανταλλάξει ολίγας λέξεις μετά της κομίσσης Νορδστόνε, και ο Βρόνσκυ προσήλθε να την ζητήση διά την πρώτην καντρίλλια.
Ωμίλησαν περί ασημάντων πραγμάτων· άπαξ μόνον η συνομιλία συνεκίνησεν ζωηρώς την Κίττυ… όταν ο Βρόνσκυ την ηρώτησεν αν ο Λεβίν ευρίσκετο εις τον χορόν και της εδήλωσεν ότι του είχεν αρέσει πολύ ο άνθρωπος αυτός.. Μέχρι της τελευταίας καντρίλλιας, ο χορός υπήρξε διά την Κίττυ μαγευτικόν όνειρον χρωμάτων χαρμοσύνων, ήχων και κινήσεως. Δεν επαυε χορεύουσα παρά μόνον όταν ησθάνετο μεγάλην κόπωσιν και ανεζήτει ανάπαυλαν. Χορεύουσα όμως την τελευταίαν καντρίλλια μεθ' ενός των οχληρών εκείνων νεανίσκων, προς ον δεν ηδύνατο ν' αρνηθή μίαν στροφήν, έσχεν ως βιζ-α-βι την Άνναν και τον Βρόνσκυ. Και, εκ νέου, η νεαρά γυνή της παρουσιάσθη υπό αλλοίαν μορφήν· διέκρινε παρά τη Άννα τον ερεθισμόν του θριάμβου, τον οποίον εγνώριζεν εκ πείρας. Παρετήρησεν ότι η Άννα ήτο μεθυσμένη εκ του θαυμασμού τον οποίον εξήγειρεν. Η Κίττυ ήτο εμπειρογνώμων του τοιούτου συναισθήματος, εγνώριζε τα συμπτώματά του και τα διέκρινε παρά τη Άννα: την σπινθηροβόλον και φλογεράν λάμψιν των οφθαλμών, το μειδίαμα της χαράς και του υπερερεθισμού, τα χείλη που συμπτύσσονται ακουσίως, την χάριν, την σταθερότητα και την ελαφρότητα των κινήσεων.
– Τι την εξάπτει τόσον; διελογίσθη, όλοι μαζί ή μόνον ένας;
Και διευκολύνουσα συνάμα την συνομιλίαν με τον νεαρόν της συγχορευτήν, παρετήρει:
– Όχι, δεν την εμέθυσεν ο θαυμασμός του πλήθους, αλλ' ο θαυμασμός ενός μόνου. Και ο άνθρωπος αυτός;.. Είναι δυνατόν να είν' εκείνος;
Κάθε φοράν που ο Βρόνσκυ συνωμίλει μετά της Άννας, τα μάτια της νεαράς γυναικός προσελάμβανον φαιδράν λάμψιν, και το μειδίαμα της ευτυχίας εκύρτωνε τα πορφύρινα χείλη της. Εφαίνετο ότι κατέβαλλεν αγώνα όπως συγκρατή τας εκδηλώσεις ταύτας της χαράς, αλλά διεκρίνοντο οπωσδήποτε επί της μορφής της.
– Αλλ' εκείνος;
Η Κίττυ τον ητένισε και κατελήφθη υπό τρόμου.
Διέκρινε και επ' αυτού τας αυτάς ενδείξεις, ας έβλεπε τόσον καθαρά επί του κινητού καθρέπτου ον απετέλει η μορφή της Άννας. Τι είχεν απογείνει η πάντοτε γαλήνιος έκφρασίς του, η επιφυλακτική του στάσις και η ήρεμος αυτού απάθεια; Τώρα κάθε φοράν που απηυθύνετο προς την Άνναν, εχαμήλωνε την κεφαλήν, ως να ήτο έτοιμος να γονυπετήση ενώπιον αυτής, και, εις το βλέμμα του, ενεφαίνετο μόνη η υποταγή και ο φόβος, ,. Ο χορός και οι παρεστώτες όλοι εκαλύφθησαν υπό ομίχλης εις τα μάτια της Κίττυ. Μόνον δε το αυστηρόν σύστημα της ανατροφής ης είχε τύχει, της έδιδε την δύναμιν να εξακολουθή χορεύουσα, ομιλούσα περί όλων και μειδιώσα ακόμη. Αλλ' όταν διηυθέτησαν τα καθίσματα χάριν της μαζούρκας και όταν μερικά ζεύγη χορευτών προσέτρεξαν από τα μικρά σαλόνια εις το μέγα, η Κίττυ έκαμε κίνημα απελπισίας και φρίκης.
Είχεν αποκρούσει πέντε καβαλιέρους και δεν είχε χορευτάς διά την μαζούρκαν. Και δεν υπήρχε μάλιστα ελπίς να προσκληθή, καθ' όσον, κατόπιν του θριάμβου ον είχε καταγάγει, ουδείς ηδύνατο να υποπτεύση ότι δεν ήτο αγγαζέ. Δεν της έμενε παρά να δηλώση κόπωσιν και να παρακαλέση την μητέρα της να την οδηγήση εις το σπίτι, αλλά δεν είχε το προς τούτο θάρρος και ησθάνετο εαυτήν συντετριμμένην.
Επέρασεν εις ένα μεμακρυσμένο σαλονάκι και αφέθη να καταπέση επί τινος φωτέγι.
– Απατώμαι ίσως, δεν είδα καλά.
Και, εκ νέου, επανείδεν όσα την είχον εκπλήξει.
– Τι σημαίνει τούτο, Κίττυ; είπεν η κόμησσα Νορδστόνε πλησιάσασα αυτήν απαρατήρητος, δεν εννοώ τίποτε.
Το κάτω χείλος της Κίττυ έτρεμεν.. Ηγέρθη αποτόμως.
– Κίττυ, δεν χορεύεις μαζούρκα;
– Όχι, όχι, είπεν η Κίττυ διά φωνής πνιγμέγης εις τα δάκρυα.
– Ενώπιόν μου την εκάλεσε να χορεύσουν μαζούρκα, είπεν η κόμησσα Νορδστόνε, γνωρίζουσα ότι η Κίττυ θα κατενόει ποίος ήτο εκείνος και εκείνη. Και του είπε: «Δεν την χορεύετε με την πριγκήπισσσαν Τσερμπάτσκυ;»
– Α! μου είνε αδιάφορον, μου είνε αδιάφορον αυτό! απήντησεν η Κίττυ.
Η κόμησσα Νορδστόνε μετέβη εις αναζήτησιν του Κορσούνσκυ, μετά του οποίου εχόρευσε την μαζούρκαν, και τον διέταξε ν' αναζητήση την Κίττυ και την καλέση να χορεύση. Αύτη ήνοιξε την μαζούρκαν, και, κατ' ευχήν της δεν ευρέθη εις την ανάγκην να υποστή συνομιλίαν, διότι, καθ' όλον το διάστημα ο Κορσούνσκυ έτρεχε δεξιά και αριστερά ίνα δίδη οδηγίας.
Ο Βρόνσκυ και η Άννα είχον καθήσει σχεδόν απέναντί της.
Η Κίττυ τους έβλεπε μακρόθεν και τους επανεύρισκεν εις της φιγούρες, και όσω μάλλον τους παρετήρει, κατά τοσούτον απέκτα την πεποίθησιν ότι η δυστυχία της ήτο πλήρης. Διέβλεπε ότι ησθάνοντο εαυτούς μόνους μέσα εις την πλήρη κόσμου εκείνην αίθουσαν.
* * *Μετά τον χορόν, άμα τη αυγή η Άννα Καρένιν απέστειλε τηλεγράφημα προς τον σύζυγόν της αγγέλουσα εις αυτόν ότι ανεχώρει αυθημερόν.
– Πρέπει να φύγω, πρέπει να φύγω! επανελάμβανε προς την νύμφην της διά τόνου τόσον αποφασιστικού, ώστε εφαίνετο ότι είχεν αναμνησθή ότι είχεν αφήσει εις την Πετρούπολη τόσας επειγούσας υποθέσεις, τας οποίας δεν θα ηδύνατο ν' απαριθμήση τελείως. Ναι, αληθώς, οφείλω να φύγω αμέσως σήμερον.
– Ήλθες και εξετέλεσες αγαθήν πράξιν! είπεν η Δόλλυ διερευνώσα την μορφήν της.
Η Άννα την ητένισε με τα μάτια υγρά από τα δάκρυα.
– Μη το λέγεις αυτό, Δόλλυ. Δεν έκαμα τίποτε και τίποτε δεν ηδυνάμην να κάμω.. Τι έκαμα και τι ηδυνάμην να κάμω;.. Συ ευρήκες εντός της καρδιά σου αρκετόν έρωτα διά να συγχωρήσης.
– Αν έλειπες συ, Άννα, ο Θεός γνωρίζει τι ηδύνατο να συμβή! Πόσον είναι ευτυχής, η Άννα!
– Όχι. Γνωρίζεις διατί αναχωρώ σήμερον και όχι αύριον; Ανάγκη να σου κάμω μίαν εξομολόγησιν η οποία με πιέζει είπεν η Άννα παρατηρούσα την Δόλλυ κατάματα.. Γνωρίζεις διατί η Κίττυ δεν προσήλθεν εις τον δείπνον; Με ζηλεύει. Έσφαλα.. υπήρξε αφορμή ο χορός αυτός να μη αποτελέση δι' αυτήν χαράν, αλλά μαρτύριον.. Αλλά πίστευσε ότι δεν είνε ιδικόν μου το σφάλμα.. Ναι.. ένα τίποτε.
Ετόνισε διά συριστικής φωνής τας τελευταίας αυτάς λέξεις.
Αλλά, προφέρουσα ταύτας, ησθάνθη ότι δεν απετέλουν την αλήθειαν· όχι μόνον αμφέβαλε περί εαυτής, αλλά και συνεταράσσετο αναμιμνησκομένη τον Βρόνσκυ και επέσπευδε την αναχώρησίν της επί μόνω τω σκοπώ να μη τον επανίδη.
– Δεν δύνασαι να φανταστής τι γελοίαν τροπήν έλαβε το ζήτημα.. Ήθελον να τον εξωθήσω εις γάμον, και, εξαίφνης, ανέδυσεν εξ αυτού.. κάτι το όλως διαφορετικόν,. Ίσως εν αγνοία μου, χωρίς να το θέλω.
Η Άννα εκοκκίνισεν και διεκόπη.
– Ω; οι άνδρες το αντιλαμβάνονται αμέσως, παρετήρησεν η Δόλλυ.
– Θα εβυθιζόμην εις απόγνωσιν, αν αποκαλύπτετο σοβαρόν τι εκ μέρους του, ανεφώνησεν η Άννα.. Είμαι άλλωστε βεβαία, ότι όλα αυτά θα διασκεδασθώσι γρήγορα, μόλις η Κίττυ και αυτός παύσουν να με βλέπουν.
– Θα σε βεβαιώσω, άλλως τε, Άννα, ότι δεν επικροτώ εγώ αυτόν τον γάμον διά την Κίττυ. Και, αν ο Βρόνσκυ, διότι σε είδεν άπαξ μόνον, ηράσθη σου, προτιμότερον είναι να μη γείνη αυτός ο γάμος.
– Αναχωρώ, αφού κατέστησα εχθράν μου την Κίττυ, την οποίαν αγαπώ με όλην μου την καρδιά! Αλλά, θα τα διευκρινίσης συ όλα αυτά, Δόλλυ, δεν είν' έτσι;
Κατά την στιγμήν της αναχωρήσεως προσήλθεν ο Ομπλόνσκυ.
Η ευαισθησία της Άννας μετεδόθη εις την Δόλλυ, και, όταν την ενηγκαλίσθη διά τελευταίαν φοράν, της εψιθύρισε.
– Ποτέ δεν θα λησμονήσω ό,τι έκαμες δι' εμέ. Και συ, μη λησμόνει ποτέ ότι σε αγαπώ και θα σ' αγαπώ πάντοτε ως την καλλιτέραν μου φίλην.
– Δεν εννοώ διά ποίον λόγον μ' ευχαριστείς! είπεν η Άννα ασπαζομένη αυτήν και καταστέλλουσα τα δάκρυά της.
– Με εννόησες, με εννοείς, χαίρε, αγαπητή μου!
«Τώρα, όλα ετελείωσαν, και χάρις τω Θεώ!.» εσκέφθη η Άννα καθημένη επί του εδωλίου ενός κλινοφόρου βαγονίου, παραπλεύρως της θαλαμηπόλου της.
Ανεμνήσθη τότε πάνθ' όσα είχον συμβή εν Μόσχα, ανεπόλησε τον χορόν, τον Βρόνσκυ, την μορφήν αυτού την ερωτίλην και ταπεινήν, πανθ' όσα συνέβησαν μεταξύ των και δεν ευρήκε τίποτε το επίμεμπτον εν αυτοίς.
Ηγέρθη διά να μετατρέψη τον ρουν των εντυπώσεών της, και αφήρεσε την μπελερίνα του θερμού της ταξειδιωτικού επανωφορίου. Επί στιγμήν αντελήφθη ότι άνθρωπός τις εισελθών εις το βαγόνι, ένας υψηλόσωμος και ισχνός μουζίκος, περιβεβλημένος μανδύαν από του οποίου έλειπον αρκετά κομβία, ήτο ο θερμαστής· τον είδε να εξετάζη το θερμόμετρον και παρετήρησεν ότι ο άνεμος και η χιών εισώρμησαν εξόπισθέν του εις το διαμέρισμα εκείνο· αλλά πάραυτα εσυγχύσθησαν και αύθις τα πάντα.
Η φωνή ανθρώπου βυθισθέντος εντός των χιόνων κάτι της εφώναξεν εις το ους. Η Άννα αντελήφθη ότι είχον φθάσει είς τινα σταθμόν και ότι ο οδηγός εφώναζε το όνομα του σταθμού. Εζήτησεν από την θαλαμηπόλον της να της δώση το σάλι και την μπελερίνα, τα έρριψε δε επί των ώμων της και διηυθύνθη προς την θύραν.
– Θα εξέλθη η κυρία; ηρώτησεν η υπηρέτρια.
– Ναι, έχω ανάγκην να αναπνεύσω, κάμνει υπερβολική ζέστη εδώ.
Ήνοιξε την θυρίδα. Η χιών και ο άνεμος την απώθησαν, και, παλαίοντες, κατ' αυτής, την ημπόδισαν ν' ανοίξη την θύραν. Τέλος όμως, κατώρθωσε ν' ανοίξη.
Άνθρωπός τις φέρων στρατιωτικόν μανδύαν την επλησίασε και απέφραξε το ψυχορραγούν φως του λαμπτήρος.
Αυτοστιγμί η Άννα ανεγνώρισε τον Βρόνσκυ.
Εκείνος υπεκλίθη ενώπιόν της υψώσας την χείρα μέχρι του γείσου του πηλικίου του και τη προσέφερε τας υπηρεσίας του.
Η Άννα δεν απεκρίθη, αλλά τον ητένισεν επί πολύ, καίτοι δε ευρίσκετο εν τη σκιά, διέκρινεν εν τούτοις, ή ενόμισεν ότι διέκρινε, την έκφρασιν της μορφής και των οφθαλμών του.
Ήτο και πάλιν η ιδία εκείνη έκφρασις του αιδήμονος θαυμασμού, η οποία την προηγουμένην ημέραν τόσω βαθείαν της είχεν εμποιήσει εντύπωσιν.
Κατά το διάστημα των δύο τελευταίων ημερών, και, μίαν στιγμήν προτήτερα, επανελάμβανε προς εαυτήν συνεχώς ότι ο Βρόνσκυ ήτο δι' αυτήν τίποτε περισσότερον από ένας εκ των νέων εκείνων, τους οποίους συναντώμεν καθ' εκάστην κατά εκατοντάδας, και ότι ουδέποτε θα κατεδέχετο να προσέξη εις αυτόν ιδιαιτέρως.. Και όμως ιδού ότι τώρα που τον επανεύρισκεν απροόπτως, την κατελάμβαμε κάποιο συναίσθημα ευφροσύνου υπερηφανείας.
– Ηγνόουν ότι ευρίσκεσθε εις το τραίνον τούτο! Διατί ανεχωρήσατε εκ Μόσχας; ηρώτησεν.
Ο Βρόνσκυ προέφερε τα λόγια που ανέμενεν η ψυχή της νεαράς γυναικός και που εφοβείτο η λογική της.
– Συγχωρήσατέ με αν η συμπεριφορά μου σας είναι δυσάρεστος, εξηκολούθησεν εκείνος.
Ο Βρόνσκυ ωμίλει φιλοφρόνως και μετ' αιδήμονος σεβασμού αλλά μετά τόσης σταθερότητος και εμμονής, ώστε εκείνη εβράδυνε πολύ να εύρη λέξεις απαντήσεως.
– Ό,τι λέγετε είναι κακόν, είπε τέλος η νεαρά γυνή. Και, αν είσθε αγαθός, λησμονήσατε αυτά τα λόγια, όπως θα τα λησμονήσω και εγώ.
– Ουδέποτε θα λησμονήσω ούτε έν από τα λόγια σας, ούτε μίαν από τας κινήσεις σας, δεν δύναμαι να το πράξω!
– Αρκεί, αρκεί! εφώναξεν εκείνη, μάτην προσπαθούσα να προσδώση έκφρασιν αυστηράν εις την μορφήν της, ην ο Βρόνσκυ απελάμβανε δι' απλήστων βλεμμάτων.
Δραξαμένη δε της λαβής του βαγονίου, ώρμησεν επί των βαθμίδων και έφθασε ταχέως εις το επίστεγον αυτού. Χωρίς δε να ενθυμήται πλέον ούτε τους ιδίους της λόγους ούτε τους του Βρόνσκυ, κατενόησεν ότι η συνομιλία εκείνη, ήτις επί μίαν μόλις στιγμήν είχε διαρκέσει, τους είχε τρομακτικώς προσεγγίσει. Και ησθάνθη τρόμον συνάμα και ευτυχίαν.
Έμεινεν επί τινας στιγμάς σιωπηλή, είτα δε εισήλθεν εις το διαμέρισμα και ανέλαβε την θέσιν της.
Η κατάστασις της νευρικής υπερεντάσεως, ην τόσον ισχυρώς είχεν αισθανθή, ενετείνετο ήδη επί μάλλον και μάλλον, και εφοβείτο έκρηξιν. Καθ' όλην την νύκτα δεν ηδυνήθη να κλείση μάτι.
Μόνον περί την πρωίαν η Άννα εναρκώθη επί του εδολίου της. Όταν δ' αφυπνίσθη ήτο πλέον ημέρα και το τραίνον επλησίαζεν εις την Πετρούπολιν. Αμέσως τότε ανελογίσθη το σπίτι της, τον σύζυγόν της, τον υιόν της και ανέκτησε τας συνήθεις της απασχολήσεις.
Μόλις το τραίνον εσταμάτησε και κατήλθεν εις την αποβάθραν η πρώτη μορφή, ην αντίκρυσεν, ήτο η μορφή του συζύγου της.
– Α! Θεέ μου! γιατί τα αυτιά του έγειναν τόσον μακρυά; διελογίσθη παρατηρούσα την ψυχράν και τυπικήν του μορφήν και ιδίως τους χόνδρους των ώτων του, οίτινες συνεκράτουν τον γύρον του στρογγυλού καπέλλου του.
Μόλις διακρίνας την σύζυγόν του, ο Καρένιν έσπευσεν εις υπάντησίν της με τα χείλη διεσταλμένα υπό το σύνηθες αυτού αινιγματώδες μειδίαμα και παρατηρών αυτήν πυρωδώς με τα μεγάλα του και κουρασμένα μάτια.
Κάποιο συναίσθημα δυσθυμίας έπληξε την καρδίαν της Άννας όταν αντίκρυσε το έμμονον και κεκμηκόν εκείνο βλέμμα, ως να είχεν ελπίσει ότι θα το εύρισκε διαφορετικόν. Κατεπλήσσετο δε κυρίως από το σηναίσθημα της δυσαρεσκείας προς εαυτήν, το οποίον ησθάνθη επανευρούσα τον σύζυγόν της. Το συναίσθημα τούτο δεν ήτο νέον, το εγνώριζεν, αλλά, προτήτερα, δεν της είχε κάμει εντύπωσιν. Την φοράν αυτήν όμως το διέκρινε καθαρά και υπέφερεν εξ αυτού.
– Ναι, όπως αντιλαμβάνεσαι, πρόκειται περί συζύγου τρυφερού, προθύμου όπως αν είχομεν νυμφευθή προ ενός μόλις έτους, και όστις φλέγεται από τον πόθον να σ' επανίδη! είπεν ο Καρένιν με την βραδείαν και λεπτήν του φωνήν και με τόνον που μετεχειρίζετο πάντοτε, οσάκις ωμίλει προς αυτήν, τόνον ημιείρωνα.
– Ο Σεριόγια είνε καλά; ηρώτησεν εκείνη.
– Αυτή είναι η όλη ανταμοιβή μου διά τον διάπυρον έρωτά μου; Το παιδί μας είνε καλά, πολύ καλά!
* * *Ο Βρόνσκυ ούτε επεζήτησε καν να κοιμηθή κατά την νύκτα εκείνην.
Είχε μείνει καθήμενος επί του εδωλίου, του, κυτάζων δ' εμπρός του ασκόπως ή παρατηρών τους εισερχομένους και εξερχομένους.
Αλλά δεν έβλεπε κανένα και τίποτε. Δεν εγνώριζε και ούτε διηρώτα καν εαυτόν τι θα προέκυπτεν εκ της περιπετείας του.
Δεν εκοιμήθη καθ' όλην την νύκτα, διότι δεν έπαυσεν αναπολών απάσας τας στιγμάς καθ' ας την είχε ίδει, όλα τα λόγια τα οποία είχε προφέρει, και εικόνες δυνατού μέλλοντος εκυμαίνοντο εντός της φαντασίας του και επλήρουν εκστάσεως την καρδίαν του.
Όταν κατήλθε του βαγονίου εις την Πετρούπολιν, εσταμάτησεν ενώπιον του διαμερίσματός του διά ν' αναμείνη την έξοδον της Άννας.
Θα την ίδω μίαν ακόμη φοράν, διελογίσθη με ακούσιον μειδίαμα.
Αλλά προτού δυνηθή να ίδη την Άνναν, παρετήρησε τον Καρένιν, τον οποίον ο σταθμάρχης συνώδευε μετά σεβασμού διά μέσου του πλήθους.
– Α! ναι, ο σύζυγος!
Διά πρώτην μόλις φοράν τώρα ο Βρόνσκυ κατενόησεν ότι εκείνη συνεδέετο προς άλλον. Εγνώριζε κάλλιστα ότι η Άννα ήτο νυμφευμένη, αλλά δεν επίστευεν εις την ύπαρξιν του συζύγου τούτου, και επείσθη περί τούτου μόνον όταν τον αντίκρυοε με την κεφαλήν, τους ώμους, τα κνήμας του με το μαύρο πανταλόνι, και, προπάντων, όταν είδε πως ο σύζυγος εκείνος, με την συναίσθησιν του ιδιοκτήτου, έλαβεν ηρέμα την χείρα της Άννας.
Είδε πώς επλησίασαν αλλήλους οι δύο σύζυγοι, και, με την οξυδέρκειαν ερωτευμένου, αντελήφθη την έλαφράν δυσφορίαν μετά της οποίας η Άννα απεκρίθη προς τον Καρένιν.
– Όχι, δεν τον αγαπά, δεν δύναται να τον αγαπά! εψιθύρισεν αποφασιστικώς ο Βρόνσκυ.
Διευθυνθείς δε προς αυτήν, αντελήφθη μετά χαράς, ότι ησθάνετο την προσέγγισιν του· είχε στραφή προς αυτόν, και κητάξασα αυτόν εξηκολούθησε την μετά του συζύγου συνομιλίαν της.
– Επεράσατε καλά την νύκτα; είπεν ο Βρόνσκυ υποκλιθείς ενώπιον της Άννας και του Καρένιν ταυτοχρόνως, αφήσας δ' εις τούτον την ελευθερίαν να κρίνη ή όχι κατά βούλησιν τον χαιρετισμόν του.
– Σας ευχαριστώ.. , κάλλιστα, είπεν η Άννα.
Η μορφή της εφαίνετο κουρασμένη, αλλ' εις διάστημα μιας στιγμής, όταν τον ητένισεν, οι οφθαλμοί της εφωτίσθησαν, και η φευγαλέα εκείνη ζωηρότης κατέστησε τον Βρόνσκυ ευτυχή.
Ητένισεν εκείνη τον σύζυγόν της ίνα αντιληφθή αν εγνώριζε τον Βρόνσκυ.
Ο Καρένιν παρετήρει τον αξιωματικόν μετά δυσφορίας, διερωτών εαυτόν αφηρημένος ποίος άρα γε να ήτο.
Το γαλήνιον και σταθερόν ύφος του Βρόνσκυ συνεκρούσθη προς την ψυχράν σταθερότητα του Καρένιν ως δρεπάνη επί λίθου.
– Ο κόμης Βρόνσκυ, είπεν η Άννα.
– Α! νομίζω ότι κάποτε συνηντήθημεν, είπεν ο Καρένιν αδιαφόρως τείνας αυτώ την χείρα.
– Ανεχώρησες εκ Πετρουπόλεος μετά της μητρός και επιστρέφεις μετά του υιού, προσέθηκε τονίζων κάθε συλλαβήν.
– Επανέρχεσθε αναμφιβόλως ληξάσης της αδείας σας; είπε προς τον Βρόνσκυ.
Και χωρίς ν' αναμείνη απάντησιν, εξηκολούθησεν αποταθείς προς την σύζυγόν του με τόνον παιγνιώδη.
– Λοιπόν! έρρευσαν πολλά δάκρυα εις την Μόσχαν κατά τους αποχαιρετισμούς;
Υπεδείκνυεν εις τον Βρόνσκυ ότι επεθύμει να μείνη μόνος μετά της συζύγου του· έφερε μάλιστα την χείρα εις τον πίλον του αλλ' ο νέος είπε προς την Άνναν:
– Θα λάβω την τιμήν να έλθω να λάβω ειδήσεις σας.
Ο Καρένιν εστήριξεν επί του Βρόνσκυ κουρασμένον βλέμμα.
– Θα λογισθώμεν πολύ ευτυχείς, είπε ψυχρώς, δεχόμεθα κατά Δευτέραν.
Είτα δε, αποχαιρετήσας οριστικώς τον Βρόνσκυ, είπε προς την σύζυγόν του φιλοπαίγμων:
Έτυχα της ευτυχίας να διαθέτω ημίσειαν ώραν διά να έλθω εις συνάντησίν σου, ηδυνήθην τοιουτοτρόπως να σου εκδηλώσω όλην μου την τρυφερότητα.
– Τονίζεις υπερβολικά τας φιλοφρονήσεις σου διά να τας αντιλαμβάνωμαι, απήντησεν εκείνη με τον ίδιον τόνον, τείνουσα χωρίς να το θέλη το ους προς τον θόρυβον των βημάτων του Βρόνσκυ, όστις εβάδιζεν όπισθέν της.
* * *Το πρώτον πρόσωπον το οποίον έσπευσεν εις υποδοχήν της Άννας, μόλις έφθασεν εις την οικίαν της, υπήρξεν ο υιός της: το παιδίον έδραμεν εις την κλίμακα, παρά τας νουθεσίας της διδασκαλίσσης του, φωνάζον με παράφορον χαρά: «Μαμά, μαμά!» Όταν δε την επλησίασεν, έμεινε κρεμασμένον από το λαιμό της.
– Σας το είπα εγώ, πως η μαμά ήταν, είπε προς την διδασκάλισσαν, το είξευρα εγώ!.
Όπως ο σύζυγός της, ομοίως και ο υιός της παρήγαγεν επί της Άννας εντύπωσιν, ήτις ωμοίαζε προς απογοήτευσιν. Τον εφαντάζετο ωραιότερον αφ' όσον ήτο. Και τώρα ήτο ηναγκασμένη να υποστρέψη εις την αληθή πραγματικότητα, διά να τον αγαπά όπως τον εύρισκεν.
Ο Σεριόγια ήτο θελκτικός με τους ξανθούς του πλοκάμους, με τα γαλανά του μάτια και με τα μικρά του ελαφρά και παχουλά ποδαράκια, μέσα εις τας καλώς εφαρμοζούσας περικνημίδας του.
Η Άννα ησθάνετο φυσικήν σχεδόν ηδονήν επί τη προσεγγίσει του και ταις θωπείαις του και κάποιαν πνευματικήν γαλήνην οσάκις συνήντα το άκακον βλέμμα του, το πλήρες εμπιστοσύνης και αγάπης, και οσάκις ήκουε τας αφελείς του ερωτήσεις.
Του παρέδιδε δώρα τα οποία του είχον αποστείλει τα τέκνα της Δόλλυ, οπότε τη ανηγγέλθη η κόμησσα Λυδία Ιβανόβνα, μία γυραιά φίλη των Καρένιν, αποτελούσα το κέντρον ενός των κοσμικών συνδέσμων.
Ήτο γυνή υψηλού αναστήματος, πολύσαρκος, με κιτρινωπήν χροιάν καχεξίας και με ωραία μαύρα ρεμβώδη μάτια. Η Άννα την ηγάπα πολύ, την ημέραν όμως εκείνην διά πρώτην φοράν διέκρινε όλα της τα ελαττώματα.
– Λοιπόν, αγαπητή μου έφερες τον κλάδον της ελαίας; ερώτησεν η κόμησσα Λυδία Ιβανόβνα μόλις εισελθούσα εις το δωμάτιον.
– Ναι, τώρα πλέον ετελείωσαν όλα, ουδέποτε άλλωςτε υπήρξε τόσον σοβαρόν το ζήτημα, όσον το υπεθέτομεν ημείς.
Αλλά η κόμησσα Λυδία Ιβανόβνα, ήτις ενδιαφέρετο διά παν ό,τι δεν την αφεώρα προσωπικώς, είχε την συνήθειαν να μη ακούη ποτέ όσα απηυθύνοντο ειδικώς προς αυτήν.