
Άννα Καρένιν
– Μάλιστα, υπερβολική η δυστυχία και αι θλίψεις επί της γης και σήμερον είμαι εξηντλημένη.
– Τι έχετε; ηρώτησεν η Άννα καταστείλασα έν μειδίαμα.
– Αρχίζω ν' απαυδώ θραύουσα ματαίως λόγχας χάριν της αληθείας!
Ευχαριστημένη δε από το ευτυχές εκείνο αποτέλεσμα η κόμησσα Λυδία απεσύρθη εν πάση σπουδή, διότι ώφειλε να παραστή, κατά το διάστημα του απογεύματος, εις πολλά κομητάτα.
Ο Καρένιν επέστρεψεν εκ του Υπουργείου κατά τας τέσσαρας, και, όπως συνέβαινε συχνά, δεν έλαβε καιρόν να εισέλθη εις το διαμέρισμα της συζύγου του. Είχε να δεχθή διαφόρους απαιτητάς και να υπογράψη πολλά ενδιαφέροντα έγγραφα. Οι Καρένιν είχον πάντοτε συνδαιτημόνας τρία ή τέσσαρα πρόσωπα, και η Άννα κατήλθεν εις το σαλόνι διά να δεχθή μίαν γηραιάν εξαδέλφην του συζύγου της, τον πρόεδρον του ανακτοβουλίου μετά της συζύγου του και κάποιον νέον ιδιαιτέρως συστηθέντα εις τον Καρένιν.
Εις τας πέντε ακριβώς, ο Καρένιν, εν επισήμω περιβολή με δύο παράσημα και λευκήν κραβάταν, εισήλθεν εις την αίθουσαν.
Κάθε στιγμή της ζωής του ήτο ειδικώς διατεθειμένη και κανονισμένη εκ των προτέρων. «Άνευ σπουδής και άνευ αναπαύλας», τοιούτο το αξίωμά του.
Εχαιρέτησεν όλους του τους κεκλημένους και εκάθησε αμέσως κατόπιν, μειδιών προς την σύζυγόν του.
– Μάλιστα, είπεν, η μόνωσίς μου ετελείωσε. Δεν ειμπορείς να φαντασθής πόσον είνε ανιαρόν να τρώγη κανείς μόνος του!
Κατά το διάστημα του φαγητού ηρώτησε την σύζυγόν του περί των λαβόντων χώραν εν Μόσχα, ομιλών με περιφρονητικόν μειδίαμα περί του Στίβα Ομπλόνσκυ, αλλ' η συνομιλία παρέμεινε γενική.
Μετά το γεύμα ο Καρένιν επέρασεν ημίσειαν ώραν εις το σαλόνι, είτα δε, με το μειδίαμα εις τα χείλη, έθλιψε και πάλιν την χείρα της συζύγου του, απεχαιρέτησε τους ξένους του και μετέβη εις το Υπουργικόν συμβούλιον.
Η Άννα εισήλθεν εις τον θάλαμον του υιού της και επέρασεν όλον το απόγευμα μαζί του, τον επλάγιασεν εις την κλίνην του μόνη της και τον ετύλιξεν εντός των σκεπασμάτων του.
Ήτο ευτυχής διότι είχε μείνει εις το σπίτι και διότι επέρασε τας μεταμεσημβρινάς της ώρας υπό τοιαύτας συνθήκας.
Ησθάνετο εαυτήν πραϋνθείσαν, την καρδίαν της ανεκουφισμένην και διέβλεπε καθαρά ότι παν, ό,τι είχε παραστή ενώπιόν της την προτεραίαν κατά το σιδηροδρομικόν της ταξείδιον, υπό μορφήν τόσον ελκυστικήν, ήτο εν τη πραγματικότητί του απλούν κοινόν επεισόδιον της κοσμικής ζωής και ότι δεν είχε λόγον να ερυθρά δι' αυτό ούτε ενώπιον του κόσμου ούτε ενώπιον της ιδίας της συνειδήσεως.
Η Άννα εκάθησε προ της εστίας αναγινώσκουσα μυθιστόρημα και ανέμενε την επιστροφήν του συζύγου της. Κατά τας εννέα και μισή ήκουσε τον ήχον του κωδωνίσκου του Καρένιν, και, μετά μίαν στιγμήν, εισήλθεν ούτος εις τον θάλαμόν της.
– Ήλθες επί τέλους! είπεν η Άννα τείνουσα προς αυτόν την χείρα, ην ο Καρένιν ησπάσθη καθεσθείς παραπλεύρως της συζύγου του.
– Βλέπω τέλος ότι το ταξείδι σου επέτυχεν, είπε.
– Τελείως! απήντησεν η Άννα.
Διηγήθη δε όσα είχον συμβή καθ' οδόν, ωμίλησε περί της μητρός του Βρόνσκυ, περί του επεισοδίου του λαβόντος χώραν άμα τη αφίξει της, περί του οίκτου ον ησθάνθη κατ' αρχάς διά τον αδελφόν της, είτα δε και διά την Δόλλυ.
– Δεν παραδέχομαι ότι πρέπει να συγχωρήται μία τοιαύτη διαγωγή, έστω και αν πρόκειται περί του αδελφού σου, είπεν αυστηρώς ο Καρένιν.
Η Άννα εμειδίασε.
Κατενόησεν ότι ο σύζυγος της ωμίλει τοιουτοτρόπως ίνα αποδείξη ότι οι δεσμοί της συγγενείας δεν θα επιρρέαζον διόλου τη ειλικρίνειαν της γνώμης του.
Εγνώριζε το διακριτικόν τούτο του χαρακτήρος του συζύγου της, και το επεκρότει.
– Λογίζομαι ευτυχής διότι παρήλθον όλα καλώς και επανήλθες.
Ο Καρένιν συνωμίλησε κατόπιν μετά της συζύγου του επί πολιτικών ζητημάτων επί τινας στιγμάς, μεθ' ό της έθλιψε την χείρα, την εφίλησεν εκ νέου και απεσύρθη εις το σπουδαστήριόν του.
– Οπωσδήποτε είνε εξαίρετος άνθρωπος, δίκαιος αγαθός και λίαν διακεκριμένος εντός του κύκλου του, διελογίσθη η Άννα καθ' εαυτήν, ως να τον υπερήσπιζε κατά κατηγόρου διακηρύσσοντος ότι αυτός ο άνθρωπος δεν ήτο δυνατόν ν' αγαπηθή.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Περί τα τέλη του χειμώνος, συνεκροτήθη ιατρικόν συμβούλιον παρά τη πριγκηπίσση Τσερμπάτσκυ όπως αποφανθή ποία ήτο η νόσος υφ' ής επασχεν η Κίττυ και τι έπρεπε να γείνη, όπως της επανέλθουν αι διαρκώς εξαντλούμεναι δυνάμεις της.
Ο ιατρός της οικογενείας της είχε διατάξει λάδι της μουρούνας, κατόπιν δε σίδηρον, επειδή όμως δεν παρουσιάζετο καμμία βελτίωσις, ο δε ιατρός απεφαίνετο ότι έπρεπε ν' αναχωρήση την άνοιξιν και να διαμείνη επί τινα χρόνον εις το εξωτερικόν, η πριγκήπισσα προσεκάλεσε κάποιαν ιατρικήν διασημότητα.
Ο ακόμη νεαρός ούτος επιστήμων, ένας πολύ ωραίος ανήρ, εζήτησε να στηθοσκοπήση την πάσχουσαν.
Αφού λοιπόν εξήτασε μετά προσοχής και εστηθοσκόπησε την νοσούσαν τρελλήν εξ εντροπής, ο ιατρός παρέμεινε συνομιλών με τον οικογειακόν ιατρόν.
Ούτος ήρχισε να εκθέτη δειλώς την γνώμην του, κατά την οποίαν ευρίσκοντο εις εκδήλωσιν ενάρξεως προσβολής φυματιώσεως, αλλ' ότι..
– Γνωρίζετε, είπεν η ιατρική εξοχότης, ότι ουδέποτε δυνάμεθα να διαγνώσωμεν την αρχήν της νόσου· εφ' όσον δεν υπάρχουν σπήλαια, τίποτε το ασφαλές δεν υφίσταται, δυνάμεθα όμως να έχωμεν υπονοίας. Υπάρχουν ενδείξεις μόνον^ θρέψις ατελής, νευρική υπερέξαψις κ.τ.λ κ.τ.λ. Το ζήτημα λοιπόν τίθεται ως εξής: Επειδή υποπτεύομαι προσβολήν φυματιώσεως, τι δυνάμεθα να κάμωμεν προς διευκόλυνσιν της θρέψεως;
– Αλλά… ένα ταξείδι εις το εξωτερικόν! επρότεινεν ο ιατρός της οικογενείας.
– Είμαι εχθρός των ταξειδίων. Και, εννοείτε, αν υπάρχη αρχή φυματιώσεως, το ταξείδιον εις την αλλοδαπήν κατ' ουδέν θα ωφελήση. Ανάγκη λοιπόν να διατάξωμεν κάτι, το οποίον θα διευκολύνη την θρέψιν χωρίς να ερεθίση τον οργανισμόν.
Η ιατρική επισημότης εξέθηκε το σχέδιόν του εγκείμενον εις θεραπείαν διά της χρήσεως υδάτων του Σόντεν, των οποίων κύριον προτέρημα είνε ότι δεν δύνανται να βλάψουν.
– Εντούτοις, παρετήρησεν ο ιατρός της οικογενείας, όστις ηκροάτο μετά σεβασμού τους λόγους του συναδέλφου του θα υπεδείκνυα την εκ ταξειδίου εις την αλλοδαπήν ωφέλειαν λόγω της μεταβολής των συνηθειών, της απομακρύνσεως από τα μέρη τα προκαλούντα αναμνήσεις.. και τέλος της προς τούτο επιθυμίας της μητρός της πασχούσης.
– Α! εν τοιαύτη περιπτώσει, ας αναχωρήσουν, ας αναχωρήσουν! Φοβούμαι μόνον μη της κάμουν κακόν αυτοί οι τσαρλατάνοι οι Γερμανοί.. Αλλ' επί τέλους, ας αναχωρήσουν, ας αναχωρήσουν.
Ο ιατρός εισήλθεν εις το σαλόνι και εξέθηκεν επιστημονικώς ενώπιον της πριγκηπίσσης, ως προς γυναίκα εξαιρετικώς πνευματώδη, την κατάστασιν της Κίττυ, και κατέληξε διά των υποδείξεων του τρόπου της χρήσεως των μεταλλικών υδάτων, τα οποία εντούτοις δεν ήσαν διόλου αναγκαία.
Εις το ερώτημα:
– Ένα ταξείδι εις το εξωτερικόν θα ήτο ωφέλιμον;
Έμεινεν επί πολύ σκεπτόμενος, ωσανεί επρόκειτο να λύση δυσκολώτατον πρόβλημα· τέλος δε ευρήκε την λύσιν:
«Αι πριγκήπισσαι δύνανται βέβαια ν' αναχωρήσουν, αλλ' υπό τον όρον να μη δώσωσι την παραμικράν πίστιν εις τους αγύρτας και ν' απευθύνωνται διαρκώς προς αυτόν».
Μετά την αναχώρησιν της ιατρικής προσωπικότητος η χαρά εφάνη επανελθούσα εις την οικίαν.
Η πριγκήπισσα ήτο φαιδροτάτη και η Κίττυ ελιποθύμει εκ της χαράς. Ευρίσκετο συχνάκις, σχεδόν διαρκώς, υποχρεωμένη να υποκρίνεται αισθήματα τα οποία δεν ησθάνετο.
Ολίγον μετά την αναχώρησιν του δόκτορος έφθασεν η Δόλλυ.
Εγνώριζεν ότι επρόκειτο να συγκροτηθή ιατρικόν συμβούλιον και ήρχετο να πληροφορηθή περί της τύχης της Κίττυ, ήτις θα απεφασίζετο από της ημέρας εκείνης.
Όταν εισήλθεν εις τον κοιτώνα της αδελφής της, κοιτώνα φωτεινόν και ροδόχρουν, παρετήρησε την Κίττυ καθημένην επί μακράς χαμηλής καθέκλας πλησίον της θύρας, με τα μάτια προσηλωμένα επί μιας γωνίας του τάπητος.
Η Κίττυ ητένισε την αδελφήν της και η ψυχρά και κάπως αυστηρά έκφρασις της μορφής της απέβη έμμονος.
– Επεθύμουν να σου ομιλήσω.
– Περί τίνος; ηρώτησεν η Κίττυ ζωηρώς, ανυψώσασα την κεφαλήν μετά τρόμου.
– Περί τίνος θα σου ωμίλουν, αν δεν επρόκειτο περί της δυστυχίας σου;
– Δεν είμαι δυστυχής!
– Έλα δα, Κίττυ, νομίζεις ότι δεν γνωρίζω τι σου συμβαίνει; Τα ξεύρω όλα. Όλαις μας τα περάσαμεν αυτά.. Δεν αξίζει να πάσχης εξ αιτίας του.
– Ναι, διότι με επεριφρόνησεν, ήρχισε λέγουσα η Κίττυ με τρέμουσαν φωνήν.. Μη το είπης αυτό, σε παρακαλώ, μη το 'πής.
– Αλλά δεν το λέγω, ούτε και κανείς άλλος το λέγει. Εγώ φρονώ ότι σε ηγάπα και σε αγαπά, αλλά.
– Αχ! αυτός ο οίκτος μου κάμνει, κακό, κραύγασαν η Κίττυ μετ' οργής.
– Δεν έχω ανάγκην παρηγοριών.Είμαι εις υπερβολήν υπερήφανος ώστε να μη επιτρέπω εις εμαυτήν αγαπώ άνθρωπον που δεν μ' αγαπά.
– Δεν λέγω το εναντίον.'Πέ μου μόνον ένα πράγμα, ο Λεβίν σου ωμίλησεν;
Ο υπαινιγμός ούτος προς τον Λεβίν έκαμε την Κίττυ τελείως έξω φρενών.
Ανεπήδησεν από του καθήσματός της και ωμίλησε χειρονομούσα μανιωδώς.
– Προς τι ν' αναμιγνύωμεν τον Λεβίν εις όλα αυτά;.. Δεν εννοώ τι ευχαρίστησιν δύνασαι να 'βρίσκης βασανίζουσά με.. Είπα και επαναλαμβάνω ότι είμαι υπερήφανος και ότι δεν θα έκαμνα ποτέ εγώ, εκείνο που κάμνεις συ, να ξαναγυρίσης δηλαδή προς ένα άνδρα που σε προσέβαλε, που ηγάπησεν άλλην γυναίκα.. Δεν εννοώ πώς ημπορεί κανείς να ενεργήση όπως ενήργησες συ,. Συ, ημπορείς, εγώ όμως όχι!
Ητένισε δ' άμα την άδελφήν της, και, αντιληφθείσα ότι η Δόλλυ έμενε σιωπηλή και με την κεφαλήν χαμαί νεύουσαν, η Κίττυ, αντί να εξέλθη του θαλάμου της, όπως προυτίθετο προ μικρού, εκάθισε πλησίον της θύρας κρύψασα την μορφήν εντός του μανδυλίου της.
Η σιωπή διήρκεσεν επί δύο λεπτά.
Η Δόλλυ διελογίζετο την κατάστασίν της. Η ταπείνωσις την οποίαν διαρκώς συνησθάνετο την έπληττε πολύ οδυνηρότερον οσάκις της την υπενθύμιζεν αυτή της η αδελφή. Δεν ηδύνατο να πιστεύση τόσην σκληρότητα εκ μέρους της Κίττυ και επεθύμει να μη την πιστεύη.
Αλλ' αίφνης ήκουσε τον θρουν μιας εσθήτος, μετά βόμβου λυγμών παρατεταμένων, και δύο βραχίονες εξετάθησαν περί τον βραχίονά της.
Η Κίττυ ευρίσκετο γονυπετής ενώπιόν της.
– Αγαπητή, αγαπητή μου Δόλλυ, αν είξευρες πόσον είμαι δυστυχής.
Και η πλημμυρούσα από τα δάκρυα μορφή της απεκρύβη εντός των ενδυμάτων της Δόλλυ.
Αύτη εγνώριζεν ήδη παν ό,τι επεθύμει να μάθη: επείσθη ότι η δυστυχία, η αθεράπευτος δυστυχία της Κίττυ ενέκειτο εις το ότι είχεν αποκρούσει το Λεβίν, ενώ ο Βρόνσκυ την είχεν απατήσει, και ότι ήτο έτοιμη ν' αγαπήση τον Λεβίν και να μισήση τον Βρόνσκυ.
– Δεν αισθάνομαι θλίψιν, είπεν η Κίττυ, αλλά δύνασαι να κατανοήσης ότι τα πάντα απέβησαν δι' εμέ επαίσχυντα, όπως οι πάντες μου φαίνονται αγροίκοι, και μάλιστα πρώτη εγώ. Δεν δύνασαι συ ν' αντιληφθής ποίαι χυδαίαι σκέψεις με κατέχουσιν ήδη.
– Ποίας χυδαίας σκέψεις δύνασαι να έχης· ηρώτησεν η Δόλλυ μειδιάσασα.
– Τας χυδαιοτέρας, τας αγροικοτέρας… Δεν πρόκειται περί στενοχωρίας, ούτε περί τύψεως, είνε κάτι χειρότερο αυτό που αισθάνομαι, ωσανεί παν ό,τι υπήρχεν εν εμοί αγαθόν εξηφανίσθη αίφνης και μου έμειναν μόνον τα πονηρά και τα κακεντρεχή. Εν παραδείγματι ο μπαμπάς μου απευθύνει τον λόγον, και μου φαίνεται ότι τίποτε άλλο δεν σκέπτεται παρά να μου εύρη σύζυγον.. Η μαμά με οδηγεί εις τον χορόν, και νομίζω ότι το κάμνει διά να με ξεφορτωθή το ταχύτερον. Γνωρίζω ότι δεν είνε αληθινά αυτά, αλλά δεν ειμπορώ ν' αποδιώξω αυτάς τας εντυπώσεις, είναι ισχυρότεραι, από την θέλησίν μου.. Νομίζω ότι όλοι με εμένα έχουν να κάμουν, ότι με βολιδοσκοπούν. Άλλοτε η μεγαλυτέρα μου ευχαρίστησις ήτο να πηγαίνω εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις με φόρεμα χορού· εθαύμαζα εμαυτήν^ τόρα εντρέπομαι, νομίζω ότι ευρίσκομαι έξω του στοιχείου μου.. Επί τέλους.
Η Κίττυ εταράχθη, ήθελε να είπη ότι αφ' ης η μεταβολή εκείνη είχεν απέλθει εν αυτή, ησθάνετο αποστροφήν προς τον Ομπλόνσκυ και ότι δεν ημπορούσε να τον βλέπη χωρίς να της έρχονται εις τον νουν δυσάρεστοι αναπαραστάσεις.
– Βεβαίως, όλα τώρα μου φαίνονται χυδαία, μικροπρεπή.. αιτία ίσως είναι η αρρώστια μου.
* * *Εν τη πραγματικότητι ο μεγάλος κόσμος της Πετρουπόλεως αποτελεί έν σύνολον αδιαίρετον όπου πάντες γνωρίζονται μεταξύ των και ανταλλάσσουσιν επισκέψεις. Υπάρχουν εν τούτοις διάφοροι κατηγορίαι μέσα εις την υψηλήν αυτήν κοινωνίαν.
Η Άννα Καρένιν είχε φίλους εις τρεις διαφόρους κατηγορίας.
Η πρώτη ήτο η του συζύγου της, ο επίσημος κόσμος, όστις συνέκειτο από συναδέλφους και από υφισταμένους του Καρένιν, συνοδευομένους και χωριζομένους αυτεπαγγέλτως και κατά διαφόρους τρόπους λόγω των διαφόρων των κοινωνικών συνθηκών.
Η Άννα μόλις ανεμιμνήσκετο του σχεδόν θρησκευτικού σεβασμού ον είχε δοκιμάσει κατά τας πρώτας ημέρας του γάμου της προς όλας τας προσωπικότητας ταύτας.
Τώρα πλέον τας εγνώριζεν όλας, όπως γνωρίζει κανείς τους γείτονάς του εις μικράν επαρχιακήν πόλιν. Ήτο εν γνώσει των αδυναμιών και των συνηθειών ενός εκάστου, εγνώριζε ποίαι σχέσεις εβασίλευον μεταξύ των, ως και τας σχέσεις αυτών προς την κεντρικήν προσωπικότητα, και ο κόσμος αυτός των αρρένων κυβερνητικών συμφερόντων δεν κατώρθωνε να εγείρη το ενδιαφέρον της, παρά τας παραινέσεις της κομήσσης Λυδίας Ιβανόβνας, και τον απέφευγεν.
Ο δεύτερος κύκλος εντός του οποίου εκινείτο η Άννα ήτο ο της κομήσσης Λυδίας Ιβανόβνας, και τη παρεμβάσει του οποίου ο Καρένιν είχε συμπληρώσει την καρριέρα του. Ούτος συνέκειτο από γυναίκας γηραιάς, ασχήμους και ευσεβείς, και από άνδρας ευφυείς, σοφούς και φιλοδόξους. Είς εκ των πνευματωδών αυτών ανδρών ωνόμαζε τον κύκλον αυτόν: «Συνείδησιν της Πετρουπολιτικής κοινωνίας».
Ο Καρένιν εποιείτο περί πολλού τον κόσμον αυτόν και η Άννα, ήτις εγνώριζεν απαραμίλλως να ταυτίζηται προς τα πάντα, κατά την πρώτην περίοδον του γάμου της, ευρήκε το μέσον να εξοικονομήση εν αυτώ φίλους.
Μετά την επιστροφήν της όμως εκ Μόσχας, ο κόσμος αυτός της κατέστη ανυπόφορος.
Της εφαίνετο μάλιστα ότι και αυτή και όλοι εκείνοι οι άνθρωποι εφορούσαν μάσκες, και μετέβαινεν όσον αραιότερον ηδύνατο εις της κομήσσης Λυδίας Ιβανόβνας.
Η τρίτη κατηγορία των σχέσεων της Άννας ήτο ο αληθινός κόσμος, ο κόσμος των χορών, των γευμάτων, των μεγαλοπρεπών αμφιέσεων· ο κόσμος ο οποίος με το ένα χέρι εκρατείτο από την Αυλήν διά να μη διωλισθήση εις τον ημίκοσμον, ον ενόμιζεν ότι περιεφρόνει, αλλά του οποίου συνεμερίζετο όλα τα γούστα.
Η Άννα είχεν εισαχθή εις τον κόσμον τούτον υπό της συζύγου του εξαδέλφου της, της πριγκηπίσσης Μπέτσυ Τβερσκάια, η οποία είχεν εκατόν είκοσι χιλιάδων ρουβλίων εισόδημα και οποία ευθύς άμα τη αφίξει της εξαδέλφης της εις Πετρούπολιν την επήρεν υπό την προστασίαν της, την περίβαλλε με μυρίας περιποιήσεις και την προσείλκυσεν εις τον ίδιόν της κόσμον χλευάζουσα την κόμησσαν Λυδίαν Ιβανόβναν.
– Όταν θα γείνω γρηά και άσχημη, θα κάμω και εγώ όπως εκείνη, διά σας όμως που είσθε νέα και ωραία, δεν ήλθε ακόμη η στιγμή να εισέλθετε εις αυτό το άσυλον.
Κατά τους πρώτους χρόνους η Άννα απέφυγε την πριγκήπισσαν Μπέτσυ, διότι η συχνή συναναστροφή του κοσμικού της κύκλου απήτει δαπάνας υπερβαινούσας τα υλικά της μέσα, αι δ' ατομικαί της κλίσεις την προσείλκυον μάλλον προς τον κύκλον της κομήσσης.
Μετά την εν Μόσχα όμως διαμονήν της, εδοκίμασε το αντίθετον αίσθημα· παρημέλησε τας εναρέτους της φίλας και μετέστη εκουσίως εις τον μεγαλόκοσμον, όπου συνήντα τον Βρόνσκυ. Κάθε φοράν δε που τον έβλεπε, κάποια ειδική χαρά την συντάραττε.
Συνηθέστερον τον συνήντα παρά τη κομήσση Μπέτσυ, το γένος Βρονσκάια και εξαδέλφη του νεαρού αξιωματικού.
Ούτος δε μετέβαινε πανταχού όπου ηδύνατο να ίδη την Άνναν, και πανταχού της εξέφραζε τον έρωτά του. Εκείνη δεν του παρείχε καμμίαν διευκόλυνσιν, αλλά πάντοτε οσάκις τον συνήντα η ψυχή της επυρακτούτο από το αυτό αίσθημα της ψυχικής εξάψεως, υφ' ού είχε καταληφθή την ημέραν καθ' ήν τον αντίκρυσε διά πρώτην φοράν εντός του βαγονίου κατά την άφιξίν της εις Μόσχαν.
Συνησθάνετο οσάκις τον αντίκρυζε την χαράν φωτίζουσαν τους οφθαλμούς της, και διαστέλλουσαν εις γλυκύ μειδίαμα τα χείλη της, και δεν ηδύνατο ν' αποσβέση την εκδήλωσιν της χαράς εκείνης.
Εν αρχή είχε πιστεύσει ότι τούτο προήρχετο εκ της ανοχής ην επεδείκνυε προς αυτόν ακολουθούντα αυτήν πανταχού· αλλ' όταν κάποτε της συνέβη να μεταβή είς τινα εσπερίδα όπου ενόμιζεν ότι θα τον εύρισκε και όπου δεν τον ευρήκε, κατενόησεν εκ της απείρου θλίψεως, ήτις την κατέλαβεν, όχι μόνον η παρακολούθησίς τον εκείνη δεν της ήτο διόλου δυσάρεστος, αλλά και ότι αυτή απετέλει το μέγιστον της ζωής της ενδιαφέρον!
Τα οχήματα διεδέχοντο άλληλα ενώπιον του ευρυτάτου μεγάρου της πριγκηπίσσης Μπέτσυ.
Οι επισκέπται απεβιβάζοντο επί του ευρέος προστόου και ο χονδρός Ελβετός ήνοιγε σιωπηλώς τα πελώρια θυρόφυλλα της υελοφόρου σταυλοθύρας.
Η οικοδέσποινα και οι προσκεκλημένοι της εισήλθον ταυτοχρόνως, διά θυρών αντικρυζουσών, εις το μέγα σαλόνι με τα σκιερά χρώματα, το καλυπτόμενον από παχείς τάπητας. Εις το μέσον, επί τινος τραπέζης, το χιονώδες τραπεζομάνδυλον, το αργυρούν σαμοβάρ και η διαφανής πορσελάνη των σκευών του τεΐου ηκτινοβόλουν υπό τας λάμψεις των λαμπάδων.
Η πριγκήπισσα Μπέτσυ εκάθησε προ του σαμοβάρ και αφήρεσε τα γάντια της.
Οι προσκεκλημένοι, μετακινούντες τα καθίσματά των τη βοηθεία σιωπηλών υπηρετών, διηρέθησαν εις δύο ομίλους, τον μεν περί την οικοδέσποιναν, τον δε εις το άλλο άκρον της αιθούσης παρά την σύζυγον ενός Πρεσβευτού.
Εξηκολούθουν δε κάποιαν συνομιλίαν ην εύρισκον εξαιρετικώς ευχάριστον, διότι ωμίλουν περί των Καρένιν, περί αμφοτέρων των συζύγων.
– Από του εις Μόσχαν ταξειδίου της η Άννα μετεβλήθη πολύ, έλεγε μία από τας φίλας της, έχει κάτι τι το αλλόκοτον.
– Συναπεκόμισε μαζί της την σκιάν του Αλεξίου Βρόνσκυ, είπεν η σύζυγος του πρεσβευτού.
– Ποίον γλωσσοτρώτε; ηρώτησεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ.
– Τον Καρένιν, απήντησεν η Πρέσβειρα καθεσθείσα παρά την τράπεζαν και μειδιώσα.
– Λυπούμαι που δεν ήκουσα, εφώνησεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ ρίψασα βλέμμα προς την θύραν της εισόδου.
– Α! μας ήλθατε επί τέλους, είπε μετά μειδιάματος προς τον Βρόνσκυ, όστις εισήγετο ήδη.
Ο νεαρός αξιωματικός όχι μόνον εγνώριζεν όλα τα εν τη αιθούση συγκεντρωμένα πρόσωπα, αλλά και τα έβλεπε καθ' εκάστην σχεδόν, εισήλθε, συνεπώς, μετά της αφελείας ανθρώπου επιστρέφοντος εις δωμάτιον από του οποίου εξήλθε προ μικρού μόλις.
– Ερωτάτε πόθεν έρχομαι; απήντησεν εις σχετικήν ερώτησιν της πρεσβείρας. Εν τοιαύτη περιπτώσει πρέπει να δικαιολογηθώ. Έρχομαι από το «Θέατρον των Κωμωδιών»· το έχω επισκεφθή δι' εκατοστήν φοράν και πάντοτε με νέαν μου ευχαρίστησιν. Είνε απόλαυσις!.. Γνωρίζω ότι τούτο είνε προσβλητικόν δι' εμέ, αλλά στην Όπερα αποκοιμούμαι, ενώ εις την Κωμωδίαν μένω έως ότου πέση η αυλαία και διασκεδάζω.
Βήματα αντήχησαν όπισθεν της θύρας του σαλονιού και πριγκήπισσα Μπέτσυ γνωρίζουσα ότι ήτο η Άννα Καρένιν έριψε βλέμμα επί του Βρόνσκυ.
Οι οφθαλμοί του νεαρού αξιωματικού δεν απεσπώντο από της θύρας, η δε μορφή του προσέλαβεν έκφρασιν καινοφανή και αλλόκοτον.
Παρετήρει φαιδρώς, ατενώς, δειλώς, υπεγειρόμενος βραδέως από του καθίσματός του.
Η Άννα εισήρχετο εις το σαλόνι.
Όπως πάντοτε ευθυτενής και χωρίς ν' αφήση να παρεκτραπή η κατεύθυνσις του βλέμματός της, διέταξε, – με το ταχύ, σταθερόν και ελαφρόν βάδισμά της, το οποίον την διέκρινεν από τας λοιπάς γυναίκας του κόσμου, – τα ολίγα βήματα, τα οποία την εχώριζον από της οικοδεσποίνης, έθλιψε δε την χείρα ταύτη εμειδίασε και ητένισε με το αυτό μειδίαμα τον Βρόνσκυ.
Ο αξιωματικός εχαιρέτησε, υποκλιθείς βαθύτατα και της προσέφερε κάθισμα.
Εκείνη απεκρίθη δι' απλής κλίσεως της κεφαλής, εκοκκίνισε και εσκυθρώπασεν.
Η συνομιλία, διακοπείσα διά της αφίξεως της Άννας, απεσβέσθη ως η φλοξ λυχνίας, την οποίαν κάποιος εφύσησεν.
– Είνε αλήθεια ότι η νεαρά Βλασιέβα νυμφεύεται τον κύριον Ταπώφ;
– Δεν εννοώ πώς σκέπτονται οι γονείς. Λέγουν ότι πρόκειται περί γάμου εξ έρωτος.
– Γάμου εξ έρωτος; Τι ιδέας προκατακλυσμιαίας που έχει. Ποίος ομιλεί περί έρωτος εις την εποχήν μας; είπεν η πρέσβειρα.
– Παλαιά βλακώδης μόδα, αλλ' υφίσταται ακόμη, είπεν ο Βρόνσκυ.
– Τόσον το χειρότερον δι' όσους την διατηρούν.. Δεν γνωρίζω άλλους γάμους ευτυχείς πλην των συναπτομένων διά της λογικής.
– Αλλά τότε, πόσον συχνά η ευτυχία των διά της λογικής γάμων τρίβεται ως κόνις, όταν επέλθη το αίσθημα, το οποίον απεκρούσθη! είπεν ο Βρόνσκυ.
– Αλλ' ονομάζομεν γάμον λογικής οσάκις εκατέρωθεν έχη χορτασθή ο έρως, διότι «ο έρως ομοιάζει με την σκαρλαντίνα· όλοι θα τον περάσωμεν!»
Τότε, θα έπρεπε να εμβολιαζώμεθα κατά του έρωτος, όπως κατά της ευλογιάς.
Χωρίς αστεϊσμούς, εγώ είμαι πεπεισμένη, ότι, διά να γνωρίση κανείς τον έρωτα, πρέπει κατ' αρχάς ν' απατηθή και κατόπιν να επανορθώση την πλάνην του, είπεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ.
– Και μετά τον γάμον ακόμη; ηρώτησε χαριτολογούσα η πρέσβειρα.
– Ουδέποτε είναι αργά διά την βελτίωσιν μιας καταστάσεως, είπεν ο διπλωμάτης.
– Ακριβώς, είπεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ, πρέπει κανείς ν' απατηθή και να ικανοποιηθή.. Τι σκέπτεσθε σεις, Άννα; προσέθηκεν απευθυνθείσα προς την νεαράν γυναίκα, ήτις παρηκολούθει την συνομιλίαν χωρίς να προσφέρη λέξιν, με έν σταθερόν αδιόρατον μειδίαμα επί των χειλέων.
– Σκέπτομαι, είπεν η Άννα παίζουσα με το ένα της γάντι.. σκέπτομαι.. αφού υπάρχουν τόσα κεφάλια, τόσαι αντιλήψεις, τόσες καρδιές, τόσα είδη ερώτων..
Ο Βρόνσκυ ανέμενε με λιποθυμούσαν καρδίαν τι επρόκειτο να είπη, και αφήκε στεναγμόν, ωσανεί είχε διαφύγει μέγαν κίνδυνον!
Έξαφνα η Άννα του είπεν αποτόμως:
– Έλαβον επιστολήν από την Μόσχαν. Μου γράφουν ότι η Κίττυ ασθενεί βαρέως.
– Αλήθεια; είπεν ο Βρόνσκυ σκυθρωπάσας.
Η Άννα του έρριψεν αυστηρόν βλέμμα.
– Η είδησις αυτή δεν σας ενδιαφέρει;
– Εξ εναντίας, μ' ενδιαφέρει πολύ. Τι άλλο σας λέγουν, αν δεν είνε αδιακρισία;.
Η Άννα ηγέρθη και επλησίασε την πριγκήπισσαν Μπέτσυ.
– Δώστε μου ένα τσάι, είπε τοποθετηθείσα όπισθεν του καθίσματός της.
Ενώ δε η Μπέτσυ της παρέθετε το τσάι, ο Βρόνσκυ την επλησίασε.
– Τι σας έγραψαν; επανέλαβε.
– Σκέπτομαι συχνά, ότι οι άνδρες δεν εννοούν ό,τι δεν είνε αβρόν, είπεν εκείνη ως να ωμίλει προς εαυτήν και χωρίς ν' αποτείνεται προς αυτόν.
Έκαμε δε ολίγα βήματα και επήγε να καθήση πρό τινος κονσόλας καταφόρτου από λευκώματα.
– Μη δεν αντελήφθην καλώς την έννοιαν των λόγων σας; είπεν εκείνος προσφέρων αύτη κύπελλον τεΐου.
Εκείνη έρριψε βλέμμα επί του παραπλεύρως της ευρισκομένου καναπέ και ο Βρόνσκυ εκαθέσθη επ' αυτού.
– Ναι, προ πολλού ήδη προυτιθέμην να σας το είπω, ήρχισεν η Άννα χωρίς να τον κυττάζη: εφέρθητε κακώς, κακώς πολύ κακώς.
– Μήπως δεν γνωρίζω ότι εφέρθην κακώς; Αλλά, τις πταίει διά τούτο;
– Διατί μου το λέγετε αυτό; εψιθύρισεν η Άννα ατενίζουσα αυτόν αυστηρώς.
– Γνωρίζετε άριστα διατί, απήντησεν εκείνος αδιστάκτως και αντιμετωπίσας γελαστά το βλέμμα της.
Εταράχθη εκείνη και όχι αυτός.
– Τούτο αποδεικνύει μόνον ότι δεν έχετε καρδίαν! είπεν η Άννα.
Αλλά το βλέμμα της έλεγεν ότι εγνώριζεν ότι είχε καρδίαν ο Βρόνσκυ, και, δη, διά τούτο ακριβώς, τον εφοβείτο.
– Το γεγονός, το οποίον υπαινίττεσθε, ήτο γοητεία και όχι έρως, είπεν ο νέος.
– Μη λησμονείτε ότι σας έχω απαγορεύσει να προφέρετε αυτήν την λέξιν, την χυδαίαν αυτήν λέξιν, είπεν η Άννα ριγήσασα.
Αλλ' εννόησεν αυτοστιγμεί ότι διά μόνης της φράσεως εκείνης «σας έχω απαγορεύσει» ανεγνώριζεν εαυτή δικαιώματα επ' εκείνου και τον ενεθάρρυνε να της ομιλή περί έρωτος.
– Είνε καιρός τώρα αφ' ότου επεθύμουν να σας το είπω, εξηκολούθησε παρατηρούσα αυτόν κατάματα και αποφασιστικώς με την μορφήν πεφλογισμένην, ήλθον δε σήμερον επίτηδες, διότι εγνώριζα ότι θα σας έβλεπα. Ήλθα διά να σας είπω ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να τελειώση. Ουδέποτε ηρυθρίασα ενώπιον ουδενός και σεις με υποχρεώνετε να αισθάνωμαι εμαυτήν ένοχον κατά τινα λόγον.
– Τι επιθυμείτε παρ' εμού; είπεν εκείνος απλώς και με τόνον σοβαρώτατον.
– Επιθυμώ να επιστρέψητε εις Μόσχαν διά να ζητήσητε συγγνώμην από την Κίττυ.
– Δεν το επιθυμείτε αυτό; είπεν εκείνος.
– Διέβλεπεν ότι η Άννα έλεγεν ό,τι εβίαζεν εαυτήν να λέγη και όχι ό,τι πράγματι επεθύμει να είπη.
– Αν με αγαπάτε, όπως λέγετε, εψέλλισεν εκείνη, κάμετε ό,τι πρέπει διά να είμαι ήσυχος.
Η μορφή του Βρόνσκυ εφωτίσθη.
– Δεν βλέπετε ότι αποτελείτε δι' εμέ ολόκληρον την ζωήν μου; Αλλ' αγνοώ την ησυχίαν και δεν δύναμαι να σας την μεταβιβάσω. Την ζωήν μου ολόκληρον, τον έρωτα ναι.. Δεν δύναμαι να φαντασθώ πώς είνε δυνατόν να υπάρχη το μεν άνευ του δε. Σεις και εγώ αποτελούμεν έν άτομον, μίαν ύπαρξιν. Δεν διαβλέπω εις το μέλλον το δυνατόν της ησυχίας ούτε διά σας, ούτε δι' εμέ. Διαβλέπω την απελπισίαν, την δυστυχίαν.. την συμφοράν.. Διαβλέπω όμως και την ευτυχίαν ομού, και ποίαν ευτυχίαν! Δεν είνε δυνατή η ευτυχία αύτη; προσέθηκε διά του άκρου των χειλέων, αλλά το ήκουσεν εκείνη.
Ενέτεινε δ' απάσας τας δυνάμεις του πνεύματός της διά να του απαντήση όπως επεθύμει, αλλ' αντί τούτου, προσήλωσεν επ' αυτού το ακτινοβολούν εξ έρωτος βλέμμα της και δεν απεκρίθη τίποτε.
«Ιδού η ευτυχία!» εσκέφθη εκείνος μετ' εκτάσεως. «Ενώ εγώ απελπιζόμην και εσκεπτόμην ότι δεν θα εξευρίσκετο ποτέ λύσις, ιδού ότι μ' επισκέπτεται η ευτυχία.. Με αγαπά. Μου το βεβαιώνει».