Άννα Καρένιν - читать онлайн бесплатно, автор Лев Николаевич Толстой, ЛитПортал
Άννα Καρένιν
Добавить В библиотеку
Оценить:

Рейтинг: 3

Поделиться
Купить и скачать

Άννα Καρένιν

Год написания книги: 2017
Перевод:
Elias Economopoulos
На страницу:
5 из 5
Настройки чтения
Размер шрифта
Высота строк
Поля

– Κάμετέ το λοιπόν προς χάριν μου, μη μου λέγετε ποτέ τοιαύτα λόγια και θα είμεθα καλοί φίλοι, είπεν εκείνη, ενώ το βλέμμα της επέτρεπε να νοηθώσιν όλως τ' αντίθετα.

– Φίλοι ουδέποτε θα καταστώμεν το γνωρίζετε άριστα. Θα γίνωμεν όμως ή οι ευτυχέστεροι ή οι δυστυχέστεροι των ανθρώπων, τούτο δε εξαρτάται από σας.

Ηθέλησε να του απαντήση, αλλ' εκείνος την διέκοψεν.

– Έν μόνον σας ζητώ, σας ζητώ το δικαίωμα του ελπίζειν, του πάσχειν όπως τώρα, αλλ' αν και τούτο ακόμη δεν είνε δυνατόν, διατάξατέ με να εξαφανισθώ και θα εξαφανισθώ. Αν η παρουσία μου σας στενοχωρή δεν θα μ' επανίδητε πλέον.

– Δεν ζητώ να σας αποφύγω.

– Μη λοιπόν προσπαθήτε να μεταβάλλετε τίποτε. Αφήσατε τα πράγματα ν' ακολουθήσουν τον δρόμον των, είπεν ο νέος διά φωνής τρεμούσης.. Ιδού ο σύζυγός σας.

Πράγματι, ο Καρένιν εισήρχετο εις την αίθουσαν με την επιβλητικήν και αδεξίαν του στάσιν. Αφ' ού δ' έρριψε βλέμμα επί της συζύγου του και του Βρόνσκυ, επλησίασε την οικοδέσποιναν και έλαβε κύπελλον τεΐου, μεθ' ό ήρχισε να ομιλή με την βραδείαν και ηχηράν φωνήν του, υπό τον παιγνιώδη τόνον, όστις του ήτο συνήθης.

– Ο Ραμπουγιέ σας είνε πλήρης! είπε παρατηρών τον κύκλον των κεκλημένων, αι Χάριτες και αι Μούσαι!

Ο Βρόνσκυ και η Άννα εξηκολούθουν να μένωσι παράμερα πλησίον της μικράς τραπέζης.

– Το πράγμα αρχίζει να γίνεται απρεπές, είπε μία κυρία.

– Τι σας έλεγα; παρετήρησεν η φίλη της Άννας.

Αλλ' ήδη όλαι αι κυρίαι, μη εξαιρουμένης και της πριγκηπίσσης Μιαγκάια και της Μπέτσυ, είχον αντιληφθή τον Βρόνσκυ και την Άνναν απομονωμένους ως να τους εστενοχώρει ο γενικός κύκλος.

Μόνον ο Καρένιν δεν είχε στρέψει τα βλέμματα ουδ' εφ' άπαξ προς το μέρος αυτών και δεν είχε διακόψει την συζήτησιν, ήτις τον ενδιέφερεν.

Αντιληφθείσα την εντύπωσιν ην παρήγεν ο μονόλογος αυτός εντός της αιθούσης της, η πριγκήπισσα Μπέτσυ έθηκεν αντικαταστάτιδα εις την θέσιν της διά ν' ακούση τον Καρένιν και επλησίασε την Άνναν.

– Γοητεύομαι πάντοτε οσάκις ακούω τον σύζυγόν σας, λόγω της φωτεινότητος και της σαφηνείας των λόγων του, είπεν. Αι πολυπλοκώτεραι των ιδεών μου καθίστανται ευληπτόταται όταν τας αναπτύσσει αυτός.

– Ω ναι! είπεν η Άννα μετά μειδιάματος ακτινοβολούντος εξ ευτυχίας και χωρίς να εννοή ούτε μίαν καν λέξιν αφ' όσα της έλεγεν η Μπέτσυ.

Επλησίασε δε εις την μεγάλην τράπεζαν και έλαβε μέρος εις την γενικήν συνομιλίαν.

Ο Καρένιν έμεινεν επί ημίσειαν ακόμη ώραν, μεθ' ό επλησίασε την σύζυγόν του και την εκάλεσε ν' απέλθωσιν ομού. Αλλά χωρίς να τον κυττάξη εκείνη, απεκρίθη ότι θα έμενε διά το δείπνον. Ο Καρένιν εχαιρέτησε και απεσύρθη.

Μετά το σουπέ, ο ηνίοχος του Καρένιν μετά δυσκολίας συνεκράτει τον τεφρόχρουν ίππον, όστις, ριγών εκ του ψύχους, εποδοκτύπα ενώπιον του προστόου. Ο δε λακές, όρθιος, είχεν ανοίξη την θυρίδα καθ' όν χρόνον η Άννα, απήλλασσε γοργώς τας δαντέλλας της περιχειρίδος της καρφωθείσας εις τας πορποπερόνας της γούνας της, και, με χαμηλωμένην την κεφαλήν ηκροάτο μετ' εκτάσεως τους λόγους του συνοδεύοντος αυτήν Βρόνσκυ.

– Αναμφιβόλως, δεν μου έχετε είπει τίποτε, και, άλλως τε, τίποτε δεν ζητώ, γνωρίζετε όμως ότι εκείνο του οποίου έχω ανάγκην, δεν είνε η φιλία σας… μίαν μόνον ευτυχίαν παραδέχομαι υπάρχουσαν εν τη ζωή και αποτελείται αύτη από την λέξιν εκείνην, την οποίαν δεν αγαπάτε.. Ναι, από τον έρωτα!

– Τον έρωτα;.. επανέλαβεν εκείνη βραδέως και διά φωνής ενδομύχου, και, εξαίφνης, έχουσα ήδη απαλλάξει τας δαντέλλας της, προσέθηκε:

– Δεν την αγαπώ αυτήν την λέξιν, διότι σημαίνει πάρα πολλά δι' εμέ, πολύ περισσότερα αφ' όσα σεις δύνασθε να εννοήσητε.

– Ω ρεβουάρ!

Του έτεινε την χείρα, διήλθε με βήμα γοργόν ενώπιον του θυρωρού και εισεπήδησεν εντός της αμάξης.

* * *

Ο Καρένιν δεν διείδε τίποτε το απρεπές εις το ότι η σύζυγός του είχε παρακαθήσει εις την τράπεζαν ιδιαιτέρως μετά του Βρόνσκυ και εις το ότι ούτοι διεξήγαγαν ζωηράν συνομιλίαν, παρετήρησεν όμως ότι άλλα πρόσωπα εν τη αιθούσει είχον κρίνει την συμπεριφοράν εκείνην έκτροπον, και, διά τον λόγον αυτόν, την έκρινε και αυτός απρεπή. Απεφάσισε δε να ομιλήση περί τούτου προς την σύζυγόν του.

Όταν επέστρεψεν εις την οικίαν του ο Καρένιν μετέβη κατ' ευθείαν εις το γραφείον του, κατά την συνήθειάν του, εκάθησεν επί του ανακλιντήρος του, ήνοιξεν έν βιβλίον και ανέγνωσε μέχρι της πρώτης πρωινής ώρας, όπως έπραττε κατά πάσαν ημέραν, από καιρού εις καιρόν μόνον, έτριβε το ευρύ του μέτωπον και ανεκίνει την κεφαλήν ως διά να αποδιώξη κάτι.

Κατά την συνήθη ώραν ανήλθεν εις τον θάλαμόν του, αλλά, αντί να ευρεθή απησχολημένος όπως πάντοτε με τας υποθέσεις του Κράτους, εσκέπτετο τώρα μόνον την σύζυγόν του.

Ο Καρένιν, αντιθέτως προς την συνήθειάν του, δεν εξηπλώθη επί της κλίνης του, αλλ' ήρχισε να διασκελίζη το δωμάτιον, με τας χείρας ηνωμένας όπισθεν της ράχεώς του.

Όταν ο Καρένιν απεφάσισεν ότι ώφειλε να ομιλήση προς την σύζυγόν του, η απόφασις αύτη του είχε φανή απλουστάτη και εύκολος την εκτέλεσιν· αλλ' αναλογιζόμενος τώρα το απροσδόκητον αυτό γεγονός, ευρήκε την εκτέλεσίν της πολύ δύσκολον.

Ο Καρένιν δεν ήτο ζηλότυπος.

Η ζηλοτυπία, κατά την αντίληψίν του, απετέλει ύβριν προς την σύζυγόν εις την οποίαν πρέπει να έχη κανείς εμπιστοσύνην.

Δεν εσκέπτετο διά ποίον λόγον έπρεπε να έχη την πεποίθησιν ότι η νεαρά του γυνή θα τον ηγάπα πάντοτε, αλλά και δεν ησθάνετο καμμίαν δυσπιστίαν, και διά τον λόγον τούτον είχεν εμπιστοσύνην εις αυτήν και διελογίζετο ότι έπρεπε να έχη εμπιστοσύνην.

Τώρα, καίτοι αι περί ζηλοτυπίας ιδέαι του παρέμενον αι αυταί, ησθάνετο εν τούτοις ότι ευρίσκετο ενώπιον καταστάσεως εκφευγούσης της λογικής.

Διά πρώτην φοράν, διηρώτα εαυτόν αν η σύζυγος του ήτο δυνατόν να αγαπά άλλον, και έμεινε περίτρομος προ του ερωτήματος τούτου.

Δεν απεξεδύθη και εξηκολούθησε να βηματίζη κατά μήκος και πλάτος με το κανονικό του βάδισμα.

– Ναι, εσκέπτετο, πρέπει να λάβω μίαν απόφασιν και πρέπει να της είπω την γνώμην μου και την απόφασίν μου.

– Αλλά, να της είπω τι; Ποίαν απόφασιν; Τι έλαβε χώραν; Τίποτε! Συνομίλησε μαζί του επί πολύ κάπως; Πόσαι γυναίκες εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις δεν ομιλούν επί τόσον μετ' άλλων ανδρών, πλην των συζύγων των; Έπειτα.. το να φανώ ζηλότυπος, αποτελεί ταπείνωσιν, και δι' εμέ και δι' αυτήν.

Αλλά, πάραυτα, αι αντίθετοι ιδέαι εκυριάρχησαν αυτού.

Έτριψε το μέτωπόν του και εκάθησεν εντός του καλλωπιστηρίου της συζύγου του.

Όταν εκύτταξε την τράπεζαν της Άννας, επί της οποίας υπήρχε κάποια αρχή σημειώματος, οι διαλογισμοί του έλαβον άλλην τροπήν. Ήρχισε να σκέπτεται την γυναίκα του και ν' αναλογίζεται όσα εκείνη ησθάνετο και εσκέπτετο.

Διά πρώτην φοράν τότε, αναπαρέστησεν εαυτώ εις ζωηράς γραμμάς την ατομικήν ζωήν της Άννας, τας ιδιαιτέρας της σκέψεις, τας επιθυμίας της και τας ιδέας, τας οποίας ηδύνατο και ώφειλε να έχη· η ατομική του ζωή του εφάνη τότε τόσον τρομακτική, ώστε έσπευσε να την αποδιώξη μακράν της αντιλήψεώς του.

– Οφείλω να σκεφθώ, να λάβω μίαν απόφασιν, να επέμβω και να θέσω τέρμα εις όλα αυτά, είπεν υψηλοφώνως.

– Το ζήτημα των αισθημάτων της, εκείνο που δύναται να συμβαίνη εντός της ψυχής της, είνε ζήτημα της ιδίας της συνειδήσεως και αφορά την θρησκείαν. Λοιπόν, το ζήτημα αυτό των ιδιαιτέρων της συναισθημάτων δεν αφορά εμέ. Καθήκον εμού ως αρχηγού της οικογενείας, επιφορτισμένου την διεύθυνσιν αυτής, το καθήκον μου ως προσώπου υπευθύνου εν μέρει είναι να της υποδείξω τον κίνδυνον, τον οποίον προβλέπω, να την προειδοποιήσω περί τούτου και να χρησιμοποιήσω μάλιστα την εξουσίαν μου· οφείλω να εξηγηθώ μαζί της.

Και ο Καρένιν διέβλεπεν ήδη ευκρινώς τι ώφειλε να είπη προς την σύζυγόν του.

Συνέθεσε λοιπόν εντός της κεφαλής του ευκρινέστατα και σαφέστατα, ως αληθή επίσημον έκθεσιν, την προσφώνησιν, ην θ' απηύθυνε προς την σύζυγόν του.

– Οφείλω: 1ον να εξηγήσω την σημαντικότητα της κοινής γνώμης και των συνεπειών αυτής· 2ον θρησκευτική ερμηνεία του γάμου· 3ον αν υπάρξη λόγος, να υποδείξω την συμφοράν που δύναται να απειλήση τον υιόν μας, 4ον να της υποδείξω τας συνεπείας μιας τοιαύτης πράξεως, δι' αυτήν την ιδίαν.

Κάποιον όχημα εσταμάτησεν ενώπιον της οικίας.

Ο Καρένιν έμεινεν όρθιος εν τω μέσω της αιθούσης.

Βήματα γυναικεία αντήχησαν επί της κλίμακος.

Ήκουε προσεγγίζοντα τα βήματα της Άννας.

Η Άννα εβάδιζε με την κεφαλήν κεκλιμένην και παίζουσα με τους κροσούς του επωμίου της.

Η μορφή της ηκτινοβόλει ζωηράν λάμψιν, αλλά δεν ήτο ακτινοβολία φαιδρά, ανεμίμνησκε την τρομεράν έκρηξιν πυρκαϊάς εν τω μέσω ζοφεράς νυκτός.

Διακρίνασα τον σύζυγόν της, ανύψωσε την κεφαλήν και εμειδίασεν, ως να εξήρχετο από κάποιον όνειρον.

– Δεν εκοιμήθης ακόμη; Αυτό είνε εκπληκτικόν, είπεν αφαιρέσασα τον πέπλον της και βαδίσασα κατ' ευθείαν προς το καλλωπιστήριόν της χωρίς να σταματίση.. Είνε καιρός να κοιμηθής, Αλέξιεφ Αλεξάνδροβιτς, προσέθηκεν από του θαλάμου της.

– Άννα, έχω να σου ομιλήσω.

– Εις εμέ; έκαμεν εκείνη έκπληκτος.

Επλησίασε δε εις το κατώφλι της θύρας και τον εκύτταξε.

– Τι έχεις να μου πης;

Εκάθησεν.

– Άριστα! ας ομιλήσωμεν, αν είνε ανάγκη. Αλλά θα ήτο φρονιμότερον να κοιμηθώμεν.

– Άννα, πρέπει να σε πληροφορήσω, είπεν ο Καρένιν.

– Να με πληροφορήσης; περί τίνος.

Το βλέμμα της ήτο τόσον φυσικόν και τόσον εύχαρι, ώστε κάθε άνθρωπος όστις δεν την είχε γνωρίσει τόσον στενώς όσον ο Καρένιν, δεν θα ηδύνατο να διακρίνη ουδέν το προσποιητόν ούτε εις τον τόνον ούτε εις την σημασίαν των λόγων της.

Ο Καρένιν όμως, όστις την εγνώριζεν, όστις είξευρεν ότι όταν θα κατεκλίνετο μετά πέντε λεπτά, θα του εζήτει τον λόγον, όστις είξευρεν ότι θα του ανεκοίνου αμέσως και την μάλλον ασήμαντον χαράν της ως και την ελαχίστην της θλίψιν, ο Καρένιν, βλέπων αυτήν υπό τοιαύτην έκφρασιν, κατενόησεν ότι κάτι συνέβαινε.

Διείδεν ότι το βάθος της ψυχής της Άννης, το οποίον έως τότε ήτο πάντοτε ολάνοικτον εις αυτόν, ήτο τώρα κατάκλειστον.

– Επιμένω να σε πληροφορήσω, είπεν εκείνος διά φωνής βραδίας, ότι διά της ελαφρότητος και της απρονοησίας σου, δύνασαι να δώσης εις τον κόσμον προσχήματα να ομιλή περί σου. Η υπερβολικά ζωηρά σου συνομιλία μετά του κόμητος Βρόνσκυ (προέφερε δε το όνομα τούτο επισήμως και ηρέμα) είλκυσε την προσοχήν του κόσμου.

Ομίλει και παρετήρει τα γελαστά της μάτια, τα οποία τον ετρόμαζον τόρα λόγω του ακατανοήτου της εκφράσεώς των, και ησθάνετο το όλως ανωφελές των λόγων του.

– Διαρκώς όμοιος είσαι! απήντησεν εκείνη ως να μη τον εννοούσε και παίρνουσα, από όσα της είχεν είπει, την τελευταίαν του μόνον φράσιν. Πότε είσαι δυσηρεστημένος διότι με βλέπεις στενοχωρημένην, πότε στενοχωρείσαι διότι διασκεδάζω. Απόψε δεν εστενοχωρήθην, αυτό σε παροργίζει;

Ο Καρένιν εσιώπησε και έτριψε το μέτωπον και τα μάτια του.

Κατενόησεν ότι αντί να προειδοποιήση την σύζυγόν του ότι διέτρεχε τον κίνδυνον να παρεξηγηθή από τον κόσμον, προσέθιγε την συνείδησίν της και ότι επάλαιεν ενώπιον φανταστικού τείχους.

– Ιδού τι εμμένω να σου είπω, και σε παρακαλώ να με ακούσης. Γνωρίζεις, ότι δι' εμέ, η ζηλοτυπία είναι αίσθημα ταπεινωτικόν, και διά τούτο ουδέποτε θ' αφεθώ να κυριευθώ παρ' αυτής. Υπάρχουσιν όμως μερικαί υποχρεώσεις, τας οποίας δεν δυνάμεθα να περιφρονώμεν ατιμωρητεί. Δεν είμαι εγώ ο αντιληφθείς ότι κάτι παρέλειψες σήμερον, αλλά, συμφώνως προς την εντύπωσιν ην παρήγαγες επί της συγκεντρώσεως, άπαντες παρετήρησαν ότι δεν προσεφέρθης όπως θα ήτο αρμόζον.

– Όχι, απ' αυτά δεν εννοώ τίποτε! είπεν η Άννα υψώσασα τους ώμους.

«Ως προς αυτόν, του είναι αδιάφορον», εσκέφθη η Άννα, «αλλά το παρετήρησε και το επρόσεξεν ο κόσμος, και αυτό τον ανησυχεί».

Ηγέρθη διά να επιστρέψη εις τον κοιτώνα της, αλλ' εκείνος προυχώρησεν ως να ήθελε να την σταματήση.

Η Άννα δεν τον είχεν ακόμη αντιληφθή τόσον άσχημον και σκυθρωπόν.

Εσταμάτησε, και ανατείνασα την κεφαλήν προς τα οπίσω πλαγίως, ήρχισε με νευρικάς κινήσεις ν' αποσπά τας καρφίδας από τα μαλλιά της.

– Σε ακούω, είπεν επισήμως και με τόνον ειρωνικόν. Σε ακούω με πολύ ενδιαφέρον, διότι θα επεθύμουν να εννοήσω περί τίνος πρόκειται.

Ωμίλει και εξεπλήσσετο διά την σταθερότητα του τόνου της φωνής της και διά την εκλογήν των λόγων της.

– Δεν έχω διόλου το δικαίωμα ν' αναμιχθώ εις όλας τας λεπτομερείας των αισθημάτων σου. Θεωρώ τούτο ανωφελές, και μάλιστα επικίνδυνον.. Ερευνώντες εντός της ψυχής μας, εξαναγκάζομεν κάποτε ν' αναδύωσιν εκείνα, τα οποία έπρεπε να μένουν αόρατα. Τα αισθήματά σου τα ατομικά αφορώσι την ιδίαν σου συνείδησιν· αλλά και ενώπιόν σου, και ενώπιον εμού αυτού, και ενώπιον του Θεού, είμαι υποχρεωμένος να σου υπενθυμίσω το καθήκον σου. Η ζωή μας είναι συνδεδεμένη, και όχι υπό των ανθρώπων, αλλ' υπό του Θεού. Μόνον έγκλημα δύναται να θραύση τα δεσμά αυτά, και τα τοιούτου είδους εγκλήματα προκαλούσι πάντοτε την τιμωρίαν.

– Δεν εννοώ τίποτε! είπεν εκείνη. Ω! Θεέ μου, και προς μεγίστην μου δυστυχίαν, είμαι και τρελλή από τη νύστα ,.

Ανεζήτησε δε μέσα στα μαλλιά της τας τελευταίας καρφίδας.

– Έλεος Άννα, μη ομιλείς τοιουτοτρόπως, ίσως να απατώμαι, αλλά πίστευσέ με, παν ό,τι λέγω, το λέγω τόσον δι' εμέ όσον και διά σε. Είμαι σύζυγός σου και σε αγαπώ.

Προς στιγμήν η μορφή της Άννας εσκυθρώπασε και η ειρωνεία του βλέμματός της απεσβέσθη· αλλ' οι λόγοι εκείνοι· «σε αγαπώ» την εξηρέθιζον.

– Αγαπά; Είναι ικανός ν' αγαπά; Αν δεν ετύχαινε να ακούση ότι υφίσταται ο έρως, ούτε θα εχρησιμοποίει καν την λέξιν αυτήν. Δεν γνωρίζει μάλιστα ούτε τι έστι έρως.

– Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς, αληθινά, δεν σ' εννοώ, είπεν. , ειπέ καθαρά ό,τι έχεις να πης.

– Άφες με να τελειώσω.. Σε αγαπώ… αλλά δεν ομιλώ περί εμού, τα πρόσωπα τα οποία αφορά τούτο απ' ευθείας είναι ο υιός μας και συ η ιδία. Ίσως οι λόγοι μου σου φαίνονται παράκαιροι· ίσως και ν' απατώμαι.. Εν τοιαύτη περιπτώσει, σε παρακαλώ να με συγχωρήσης· αλλ' αν αναγνωρίζης ότι αι παρατηρήσεις αύται παρουσιάζουν κάποιαν βασιμότητα, και αν σοι το υπαγορεύη η καρδιά σου, εξηγήσου, σε παρακαλώ.

Χωρίς να εννοή, ο Καρένιν έλεγε κάθε άλλο πλην εκείνου το οποίον προυτίθετο να είπη.

– Δεν έχω τίποτε να εξηγήσω, είπεν εκείνη ζωηρώς αίφνης, καταστείλασα μετά κόπου έν μειδίαμα. Άλλως τε, αλήθεια, είναι καιρός να κοιμηθώμεν.

Ο Καρένιν ανέπεμψε στεναγμόν και εξήλθε του σαλονίου.

Από της εσπέρας εκείνης ζωή όλως νέα ήρχισε διά τον Καρένιν και την σύζυγόν του.

Η Άννα μετέβαινεν εις τας κοσμικάς συγκεντρώσεις, εσύχναζεν εις της πριγκηπίσσης Μπέτσυ και πανταχού συνήντα τον Βρόνσκυ.

Ο Καρένιν το έβλεπεν, αλλ' ουδέν ηδύνατο να πράξη.

Εις όλας του τας αποπείρας όπως επιτύχη μίαν εξήγησιν, εκείνη αντέτασσε το αδιείσδυτον τείχος της γελαστής καταπλήξεως.

Εξωτερικώς η ζωή των παρέμενεν η αυτή, αλλ' αι ιδιαίτεραι σχέσεις των είχον μεταβληθή ριζικώς.

Πάντοτε οσάκις ανελογίζετο την κατάστασίν του ή την θέσιν του, εσκέπτετο ότι ώφειλε να δοκιμάση και νέαν απόπειραν.

Διετήρει ακόμη την ελπίδα να επαναγάγη την σύζυγόν του εις λογικάς συναισθήσεις διά της τρυφερότητος και της πειστικότητος, αλλά μόλις ήρχιζε να ομιλή μετ' αυτής, κατενόει ότι το πνεύμα του κακού και του ψεύδους, το οποίον είχε λάβει κατοχήν της Άννης, διωχετεύετο και εις αυτόν τον ίδιον και τον ημπόδιζε να εκφράση εκείνο, το οποίον προυτίθετο να της είπη.

Απηυθύνετο προς αυτήν με τον αόριστον της φωνής του τόνον, αλλά εις τον τόνον αυτόν του ήτο αδύνατον να διατυπώση τους λόγους ους ώφειλε να προφέρη.

Конец ознакомительного фрагмента.

Текст предоставлен ООО «ЛитРес».

Прочитайте эту книгу целиком, купив полную легальную версию на ЛитРес.

Безопасно оплатить книгу можно банковской картой Visa, MasterCard, Maestro, со счета мобильного телефона, с платежного терминала, в салоне МТС или Связной, через PayPal, WebMoney, Яндекс.Деньги, QIWI Кошелек, бонусными картами или другим удобным Вам способом.

Вы ознакомились с фрагментом книги.
Приобретайте полный текст книги у нашего партнера:
На страницу:
5 из 5